Μπεν Ντάνλαπ
2,062,730 views • 19:08

"Yo napot, pacak!" Που όλο και κάποιος εδώ μέσα θα ξέρει, πως σημαίνει "Πώς πάει, παιδιά;" στα Μαγυάρικα, σ' αυτή την ιδιόμορφη μη- Ινδο-Ευρωπαϊκή γλώσσα που μιλάνε οι Ούγγροι- για την οποία, δεδομένου του ότι η ποικιλομορφία στο γνωστικό επίπεδο απειλείται τουλάχιστον εξίσου με τη βιοποικιλότητα στον πλανήτη μας, ελάχιστοι θα φαντάζονταν ακόμα και πριν κάνα δυο αιώνες οτι θα είχε μέλλον. Κι όμως νάτη: "Yo napot, pacak!" Κι είπα πως όλο και κάποιος εδώ μέσα θα ξέρει, επειδή παρόλο που, κατά πρώτον, δεν υπάρχουν και πολλοί Ούγγροι, και επιπλέον, απ' όσο ξέρω, δεν κυλάει ούτε σταγόνα Ουγγρικού αίματος στις φλέβες μου, σε κάθε κρίσιμο σταυροδρόμι στη ζωή μου πάντα βρίσκεται ένας Ούγγρος φίλος ή μέντορας στο πλευρό μου. Μέχρι και κάποια όνειρά μου εκτυλίσσονται σε μέρη, που τα αναγνωρίζω σε τοπία Ουγγρικών ταινιών, ιδιαίτερα στις πρώτες ταινίες του Μίκλος Γιάντσο.

Τι εξήγηση δίνω, λοιπόν, σε αυτή τη μυστηριώδη συγγένεια; Αυτό ίσως οφείλεται στο ότι η γενέτειρά μου, η πολιτεία της Νότιας Καρολίνας που δεν είναι πολύ μικρότερη από τη σημερινή Ουγγαρία, κάποτε φανταζόταν το μέλλον της ως ανεξάρτητο κράτος. Και συνέπεια αυτής της αποκοτιάς ήταν να γίνει ο τόπος μου στάχτη από στρατό εισβολής - μια εμπειρία που την γεύτηκαν πολλές πόλεις και χωριά της Ουγγαρίας στη διάρκεια της μακράς και ταραγμένης ιστορίας της. Ή μπορεί να οφείλεται στο οτι όταν ήμουν έφηβος στη δεκαετία του '50 ο θείος μου ο Χένρι, έχοντας καταγγείλει την Κου Κλουξ Κλαν - όντας στόχος βομβιστών και με σταυρούς να καίγονται στην αυλή του μιας και μπλέχτηκε- απειλούμενος με θάνατο, πήγε τη γυναίκα του και τα παιδιά του στη Μασσαχουσέτη για ασφάλεια κι ο ίδιος γύρισε στη Νότια Καρολίνα για ν' αντιμετωπίσει μόνος του την Κλαν. Αυτό ήταν αντιπροσωπευτικό δείγμα Ουγγρικής αντίδρασης κάτι που μπορεί να το επιβεβαιώσει όποιος θυμάται τα γεγονότα του 1956. Και φυσικά, κατά καιρούς οι Ούγγροι έχουν επινοήσει τις δικές τους αντίστοιχες Κλαν.

Λοιπόν, μου φαίνεται πώς αυτή η Ουγγρική παρουσία στη ζωή μου δεν εξηγείται εύκολα, αλλά τελικά την αποδίδω στο θαυμασμό μου για τους ανθρώπους με πολυσύνθετη ηθική εγρήγορση- με μια κληρονομιά ενοχής και ήττας μαζί με παράτολμο θάρρος και παλικαριά. Αυτός δεν είναι ο τρόπος σκέψης των περισσότερων Αμερικανών. Αλλά είναι εν δυνάμει ο τρόπος που σκέφτονται όλοι σχεδόν οι Ούγγροι. Επομένως, "Yo napot, pacak!"

Γύρισα στη Νότια Καρολίνα μετά από 15 περίπου χρόνια ξένος ανάμεσα σε ξένους, στα τέλη της δεκαετίας του 1960, κουβαλώντας το δονκιχωτισμό της εποχής, και πιστεύοντας πως θα έσωζα το λαό μου. Το ότι αργούσαν να καταλάβουν ότι χρειάζονταν βοήθεια λίγο με πείραζε. Για 25 χρόνια υπηρέτησα με ζήλο τις ιδέες μου και μετά τράβηξα για ένα μικρό βασίλειο του Δικαίου στα βόρεια της Νότιας Καρολίνας, ένα ανώτερο εκπαιδευτικό ίδρυμα προσκείμενο στους Μεθοδιστές, το Κολλέγιο Woffrord. Δεν ήξερα τίποτα για το Wofford, πόσο μάλλον για το Μεθοδισμό, αλλά με καθησύχασε την πρώτη μέρα διδασκαλίας μου στο Κολλέγιο Wofford το ότι βρήκα. ανάμεσα στο ακροατήριο της τάξης μου, έναν 90χρονο Ούγγρο, περιστοιχισμένο από ένα πλήθος μεσήλικων Ευρωπαίων γυναικών που φαίνονταν να λειτουργούν σαν ακολουθία από παρθένες του Ρήνου.

Το όνομά του ήταν Sandor Teszler. Ήταν ένας ζωηρούλης χήρος του οποίου η σύζυγος και τα παιδιά είχαν πεθάνει και τα εγγόνια του ζούσαν πολύ μακριά. Στην εμφάνιση έμοιαζε με το Μαχάτμα Γκάντι αν αφαιρέσει κανείς το περίζωμα και προσθέσει ορθοπαιδικά παπούτσια. Είχε γεννηθεί στα 1903 στα μέρη της παλιάς Αυστρο-Ουγγρικής Αυτοκρατορίας, που αργότερα αποτέλεσαν τη Γιουγκοσλαβία. Δεν τον έκαναν παρέα σαν παιδί, όχι γιατί ήταν Εβραίος - οι γονείς του δεν ήταν θρήσκοι σε καμιά περίπτωση - αλλά επειδή εκ γενετής είχε και τα δυο του πόδια παραμορφωμένα, πράγμα που, εκείνο τον καιρό, απαιτούσε συστηματική ιατρική παρακολούθηση κι αλλεπάλληλες εγχειρήσεις από τότε που ήταν ενός και μέχρι να γίνει 11 ετών. Νεαρός παρακολούθησε το εμπορικό γυμνάσιο στη Βουδαπέστη. Συνδύαζε την εξυπνάδα με τη σεμνότητα, κι είχε πολλές επιτυχίες. Μετά την αποφοίτησή του, όταν ασχολήθησε με την υφαντουργία, η επιτυχία του συνεχίστηκε. Έχτιζε το ένα εργοστάσιο μετά το άλλο. Παντρεύτηκε κι έκανε δυο γιούς. Είχε υψηλά ιστάμενους φίλους που τον διαβεβαίωναν πως η συμβολή του στην οικονομία ήταν σημαντική.

Κάποτε, βάσει των οδηγιών που ο ίδιος είχε δώσει, τον κάλεσε ο νυχτοφύλακας άγρια μεσάνυχτα σε ένα από τα εργοστάσιά του. Ο νυχτοφύλακας είχε τσακώσει έναν εργαζόμενο να κλέβει κάλτσες - ήταν καλτσοβιομηχανία, κι αυτός είχε παρκάρει το φορτηγό με την όπισθεν στο χώρο φόρτωσης και φτυάριζε βουνά από κάλτσες. Ο κ. Τέζλερ κατέβηκε στο εργοστάσιο κι κοιτώντας τον κλέφτη κατάματα του είπε, Μα γιατί με κλέβεις; Αν χρειάζεσαι χρήματα, απλώς ζήτησέ τα." Ο νυχτοφύλακας, βλέποντας πού πήγαινε η κατάσταση και νιώθοντας όλο και πιο αγανακτισμένος είπε, " Λοιπόν, δεν ειδοποιούμε την αστυνομία;" Αλλά ο κ. Τέζλερ απάντησε, "Μπα, δε χρειάζεται. Δε θα μας ξανακλέψει."

Λοιπόν, ίσως να παραήταν εύπιστος, επειδή δεν έφυγε για καιρό αφότου έγινε το ναζιστικό Άνσλους (ένωση με τη Γερμανία) στην Αυστρία, κι ακόμη αφού ξεκίνησαν οι συλλήψεις κι οι απελάσεις στη Βουδαπέστη. Η μοναδική του προφύλαξη ήταν να βάλει κάψουλες με κυάνιο σε μενταγιόν που είχαν στο λαιμό τους ο ίδιος κι η οικογένειά του. Και να που μια μέρα έγινε κι αυτό. Τον πιάσανε μαζί με την οικογένειά του, και τους πήγαν για εκτέλεση κάπου στο Δούναβη. Εκείνο τον καιρό που εξολοθρεύονταν οι Εβραίοι στην Ευρώπη, η κτηνωδία γινόταν με τα χέρια- δέρναν τους ανθρώπους έως θανάτου και πέταγαν τα πτώματα στο ποτάμι- αλλά κανείς από όσους έμπαιναν στο σπίτι του θανάτου δεν είχε βγει ποτέ ζωντανός. Και πώς γυρνάνε τα πράματα, που ούτε σε ταινία του Στίβεν Σπίλμπεργκ δε συμβαίνει, και ο Γκαουλάιτερ που έκανε κουμάντο στο βάρβαρο ξυλοδαρμό ήταν αυτός ο ίδιος ο κλέφτης που είχε κλέψει τις κάλτσες από την καλτσοβιομηχανία του κ. Τέζλερ. Ο ξυλοδαρμός ήταν κτηνώδης. Και κάπου μέσα σ' αυτήν την κτηνωδία, ένας από τους γιους του κ. Τέζλερ, ο Αντρέα, σήκωσε το βλέμμα του κι είπε, " Μπαμπά, μήπως είναι η ώρα να πάρουμε την κάψουλα τώρα;" Κι ο Γκαουλάιτερ, που αργότερα χάνεται από την ιστορία αυτή, έσκυψε και ψιθύρισε στο αυτί του κ. Τέζλερ, "Όχι, μη την πάρετε την κάψουλα. Έρχεται βοήθεια." Και κατόπιν συνέχισε το ξυλοφόρτωμα.

Αλλά η βοήθεια - που ήταν καθ' οδόν, και λίγο αργότερα ένα αυτοκίνητο έφτασε από την Ελβετική πρεσβεία. Ξαναβρήκαν τη ζωή τους σε ασφαλές μέρος. Φτιάξανε καινούρια χαρτιά σαν Γιουγκοσλάβοι πολίτες και κατάφεραν να γλυτώνουν την τελευταία στιγμή από τους διώκτες τους σε όλη τη διάρκεια του πολέμου, επιβιώνοντας από πυρκαγιές και βομβαρδισμούς, κι όταν τέλειωσε ο πόλεμος, κι από τη σύλληψη από τους Σοβιετικούς. Πιθανόν ο κ. Τέζλερ να είχε κάποια χρήματα σε Ελβετικές τράπεζες, γιατί κατάφερε και πήγε την οικογένειά του πρώτα στη Μ. Βρετανία, μετά στο Λονγκ Άιλαντ, και κατόπιν στην καρδιά της υφαντουργίας στον Αμερικάνικο Νότο, που, η τύχη τα έφερε, να είναι το Σπάρταμπεργκ, στη Νότια Καρολίνα: το μέρος οπου βρίσκεται το Κολλέγιο Wofford. Κι εκεί ο κ. Τέζλερ ξεκίνησε πάλι από το μηδέν, και γι άλλη μια φορά διέπρεψε, ιδίως όταν εφεύρε μια τεχνική για την κατασκευή ενός νέου υφάσματος που λεγόταν διπλή ύφανση.

Και τότε - στα τέλη της δεκατίας του '50, στον απόηχο της κατάργησης των φυλετικών διακρίσεων στα σχολεία όταν ξαναφούντωνε η Κλαν σ' όλο το Νότο, ο κ. Τέζλερ είπε, " Αυτά μας τα ξανάπαν." Και φώναξε τον υπάλληλο που είχε δεξί του χέρι και τον ρώτησε, "Πού νομίζεις, στα μέρη αυτά, είναι η φωλιά του ρατσισμού;" "Δεν είμαι εντελώς βέβαιος, κ. Τέζλερ. Φαντάζομαι ότι ίσως βρίσκεται στο Κινκς Μάουντεν." "Ωραία. Αγόρασε για την εταιρία μια έκταση στο Κινκς Μάουντεν, και μετά να ανακοινώσεις πως θα στήσουμε ένα σπουδαίο εργοστάσιο εκεί." Ο υπάλληλος έκανε ό,τι του είπαν, και λίγο αργότερα ο κ. Τέζλερ δέχτηκε την επίσκεψη του λευκού δημάρχου του Κινκς Μάουντεν. Τώρα, καλό είναι να ξέρετε πως εκείνο τον καιρό στην υφαντουργία στο Νότο οι φυλετικές διακρίσεις ήταν στο φόρτε τους. Ο λευκός δήμαρχος επισκέφτηκε τον κ. Τέζλερ και του είπε, "Κύριε Τέζλερ, πιστεύω πως θα προσλάβετε πολλούς λευκούς εργάτες." Ο κ. Τέζλερ του είπε, " Φέρε μου τους καλύτερους εργάτες που θα βρεις, κι αν αξίζουν, θα τους προσλάβω." Δέχτηκε επίσης επίσκεψη από τον ηγέτη της μαύρης κοινότητας, ένα πάστορα, που του είπε, "Κύριε Τέζλερ, θέλω να ελπίζω πως πρόκειται να προσλάβετε κάποιους μαύρους εργάτες σ' αυτό σας το εργοστάσιο." Πήρε κι αυτός την ίδια απάντηση: "Φέρε μου τους καλύτερους εργάτες που θα βρεις, κι αν αξίζουν, θα τους προσλάβω." Και πως έγινε και ο μαύρος πάστορας δούλεψε καλύτερα από το λευκό δήμαρχο, αλλά αυτό μικρή σημασία έχει. Ο κ. Τέζλερ προσέλαβε 16 άνδρες, οκτώ λευκούς κι οκτώ μαύρους.

Αυτοί θα ήταν το φυτώριό του, οι αυριανοί του επιστάτες. Είχε εγκαταστήσει το βαρύ εξοπλισμό για τη νέα του τεχνική σε μια παρατημένη αποθήκη κοντά στο Κινκς Μάουντεν, και για δυο μήνες αυτοί οι 16 άντρες θα ζούσαν και θα δούλευαν μαζί, ενώ θα μάθαιναν την καινούρια τεχνική. Τους μάζεψε όλους αφού τους έκανε ένα γύρο στις εγκαταστάσεις και τους ρώτησε αν είχαν να κάνουν τίποτα ερωτήσεις. Επικράτησε κάποια διστακτικότητα κι ακούστηκαν αοριστολογίες, κι έπειτα ένας λευκός εργάτης βγήκε μπροστά και είπε, "Ε, λοιπόν. Ρίξαμε μια ματιά στο χώρο - κι έχει ένα μόνο μέρος για ύπνο, ένα μόνο μέρος για φαγητό, υπάρχει μόνο μια τουαλέτα, υπάρχει μια μονάχα βρύση. Τελικά δε θα υπάρχουν διακρίσεις στο εργοστάσιο;" Ο κ. Τέζλερ είπε, "Παίρνετε διπλάσιο μεροκάματο από οποιονδήποτε άλλο εργάτη υφαντουργίας στα μέρη μας, κι αυτός είναι ο τρόπος που δουλεύουμε εμείς. Υπάρχει άλλη ερώτηση;" "Όχι, νομίζω πως όχι." Και δυο μήνες αργότερα, όταν άνοιξε το κεντρικό εργοστάσιο κι εκατοντάδες νέοι εργάτες, λευκοί και μαύροι, συνέρρεαν για να δουν τις εγκαταστάσεις για πρώτη φορά, συναντούσαν τους 16 επιστάτες, λευκούς και μαύρους, να στέκονται ο ένας πλάι στον άλλο. Τους έκαναν ξενάγηση στους χώρους και τους ρωτούσαν αν είχαν απορίες. Και αναπόφευκτα, προέκυψτε το ίδιο ερώτημα: "Τελικά, σε αυτό το εργοστάσιο δεν υπάρχουν διακρίσεις;" Ένας από τους λευκούς επιστάτες βγήκε μπροστά και είπε, "Παίρνετε διπλάσιο μεροκάματο από οποιονδήποτε άλλο εργάτη με την ίδια απασχόληση στα μέρη μας κι εμείς εδώ έτσι δουλεύουμε. Υπάρχει άλλη ερώτηση;"

Και δεν ξαναρώτησε κανείς. Με μια γρήγορη κίνηση, ο κ. Τέζλερ κατάργησε τις διακρίσεις στην υφαντουργία στα μέρη αυτά του Νότου. Ήταν ένα επίτευγμα εφάμιλλο του Μαχάτμα Γκάντι, που έγινε με τη σπιρτάδα ενός δικηγόρου και τον ιδεαλισμό ενός αγίου. Στα ογδόντα του, ο κ. Τέζλερ, έχοντας αποσυρθεί από την υφαντουργία, υιοθέτησε το Κολλέγιο Wofford- παρακολουθώντας τα μαθήματα κάθε εξαμήνου. Και, μιας και είχε την τάση να φιλάει οτιδήποτε έβλεπε να κινείται, κι έτσι τον φώναζαν με το χαϊδευτικό προσωνύμιο Όπι- που θα πει παππούς στα Μαγυάρικα- όλοι αδιακρίτως. Ήδη προτού πάω εγώ εκεί, η βιβλιοθήκη του κολλεγίου είχε πάρει το όνομα του κ. Τέζλερ, κι αφού έφτασα στα 1993, η σχολή αποφάσισε να τιμήσει τον ευατό της αναγορεύοντας τον κ. Τέζλερ Καθηγητή του Κολλεγίου. Εν μέρει επειδή σε εκείνο το σημείο είχε ήδη παρακολουθήσει όλα τα μαθήματα που είχε η λίστα, αλλά κυρίως επειδή ξεχώριζε ολοφάνερα για τη σοφία του από όλους μας. Για μένα, ήταν άκρως ανακουφιστικό που το πνεύμα που προέδρευε σ' αυτό το μικρό κολλέγιο των Μεθοδιστών στα βόρεια της Νότιας Καρολίνας ανήκε σε έναν επιζώντα του Ολοκαυτώματος από την Κεντρική Εύρώπη. Κι ήταν πράγματι σοφός, αλλά επίσης διέθετε μια θαυμάσια αίσθηση του χιούμορ. Κάποτε, σε μια διαθεματική διδασκαλία, έκανα ανάλυση της εισαγωγής του έργου του Ίνγκμαρ Μπέργκμαν " Η Έβδομη Σφραγίδα." Στο σημείο που ο ιππότης του μεσαίωνα Αντώνιους Μπλοκ επέστρεφε από το μάταιο αγώνα των Σταυροφοριών κι έφτασε στη βραχώδη ακτή της Σουηδίας, για να βρει τελικά το φάσμα του θανάτου να τον περιμένει, ο κ. Τέζλερ καθόταν στα σκοτεινά με τους συμφοιτητές του. Και καθώς ο θάνατος άνοιγε το μανδύα του για να αγκαλιάσει τον ιππότη με ένα θανατερό εναγκαλισμό, άκουσα την τρεμάμενη φωνή του κ. Τέζλερ: "Ωχ αμάν," είπε, "Αυτό δε μου φαίνεται πως είναι για καλό."

Αλλά το μεγαλύτερο πάθος του ήταν η μουσική, ιδίως η όπερα, και την πρώτη φορά που επικέφτηκα το σπίτι του, μου έκανε την τιμή να διαλέξω εγώ το κομμάτι που θα ακούγαμε. Και του έδωσα μεγάλη χαρά απορρίπτοντας την "Καβαλερία Ρουστικάνα" κι επιλέγοντας το ¨Κάστρο του Κυανοπώγωνα" του Μπέλα Μπάρτοκ." Είμαι λάτρης της μουσικής του Μπάρτοκ, το ίδιο κι ο κ. Τέζλερ, και είχε όλες σχεδόν τις ηχογραφήσεις της μουσικής του Μπάρτοκ που είχαν κυκλοφορήσει. 'Hταν στο σπίτι του που άκουσα για πρώτη φορά το τρίτο κονσέρτο για πιάνο, κι έμαθα από τον κ. Τέζλερ ότι η σύνθεση είχε γίνει εκεί κοντά στο Άσβιλ, στη Νότια Καρολίνα, τον τελευταίο χρόνο της ζωής του συνθέτη. Πέθαινε από λευχαιμία και το γνώριζε, κι αφιέρωσε αυτό το κονσέρτο στη γυναίκα του, τη Ντίτα, που κι η ίδια ήταν πιανίστας σε κοντσέρτα. Στο αργό, δεύτερο μέρος, σε "αντάτζιο ρελιτζιόσο," ενσωμάτωσε το κελάδημα των πουλιών που άκουγε έξω από το παράθυρό του , κι ήξερε πως εκείνη η άνοιξη θα ήταν η τελευταία του. Φανταζόταν ένα μέλλον γι αυτή όπου αυτός δεν θα έπαιζε κανένα ρόλο. Κι είναι φανερό, ολοφάνερο πως αυτή η σύθεση είναι και η τελευταία του δήλωση προς αυτήν - παρουσιάστηκε για πρώτη φορά μετά το θάνατό του - και μέσω αυτής στον κόσμο. Κι απλά λέει, "Εντάξει. Ήταν όλα τόσο όμορφα. Όποτε το ακούς, θα είμαι κι εγώ εκεί."

Και μονάχα μετά το θάνατο του κ. Τέζλερ έμαθα ότι την επιτύμβια στήλη στο μνήμα του Μπέλα Μπάρτοκ στο Χάρτσντεϊλ, στη Νέα Υόρκη την πλήρωσε ο Σάντορ Τέζλερ. "Yo napot,Bela!" Λίγο καιρό πριν το θάνατο του ίδιου του κ. Τέζλερ στην ηλικία των 97, με άκουσε να μιλάω εκτενώς για την ανθρώπινη διαφθορά. Έκανα μια διάλεξη όπου περιέγραψα την ιστορία σε γενικές γραμμές σαν ένα παλλοιριακό κύμα ανθρώπινου πόνου και κτηνωδίας, κι ο κ. Τέζλερ με πλησίασε κατόπιν κι επιτιμώντας με ευγενικά μου είπε, "Ξέρετε, Δόκτορα, οι άνθρωποι κατά βάση είναι καλοί." Κι έδωσα όρκο στον εαυτό μου, επιτόπου, πως αν αυτός ο άνθρωπος που είχε κάθε λόγο να σκέφτεται διαφορετικά είχε καταλήξει σ αυτό το συμπέρασμα, δε θα τολμούσα να έχω διαφορετική άποψη μέχρι ο ίδιος να με απαλλάξει από τον όρκο μου. Τώρα είναι νεκρός, επομένως εξακολουθώ να είμαι δεμένος με τον όρκο μου. "Yo napot, Sandor!"

Νόμιζα πως η αλυσσίδα με τους Ούγγρους μεντορές μου είχε φτάσει στο τέλος της, αλλά σχεδόν αμέσως συνάντησα τον Φράνσις Ρόμπιτσεκ, έναν Ούγγρο γιατρό - ένα καρδιοχειρουργό στο Τσάρλοτ της Νότιας Καρολίνας, που κόντευε τα ογδόντα - κι ήταν πρωτοπόρος στις επεμβάσεις ανοιχτής καρδιάς, και, καθώς μαστόρευε στο γκαράζ πίσω από το σπίτι του, είχε επινοήσει όλα αυτά τα σύνεργα που χρειάζονται σ' αυτή τη δουλειά. Ήταν επίσης μανιώδης συλλέκτης έργων τέχνης, ξεκινώντας σαν ασκούμενος στη Βουδαπέστη συλλέγοντας Δανέζικα έργα τέχνης κι Ουγγρικούς πίνακες του 16ου και 17ου αιώνα, κι όταν ήρθε σ' αυτή τη χώρα, στράφηκε σε έργα τέχνης της Ισπανικής αποικιοκρατίας, Ρώσικες εικόνες και τελικά, κεραμικά των Μάγια. Είναι συγγραφέας επτά βιβλίων, τα έξι απ αυτά πάνω στα κεραμικά των Μάγια, Ήταν αυτός που έσπασε τον κώδικα των Μάγια, διευκολύνοντας τους επιστήμονες να συσχετίσουν τα εικονογράμματα στα κεραμικά των Μάγια με τα ιερογλυφικά της γραφής τους.

Με την ευκαιρία της πρώτης μου επίσκεψης, με ξενάγησε στο σπίτι του κι είδαμε εκατοντάδες έργα, ποιοτικώς εφάμιλλα μουσειακών εκθεμάτων, κι έπειτα σταθήκαμε για λίγο μπροστά σε μια κλειστή πόρτα κι ο Δόκτωρ Ρόμπιτσεκ είπε, με φανερό καμάρι, "Περνάμε τώρα στο κυρίως πιάτο." Κι άνοιξε την πόρτα, και μπήκαμε σε ένα δωμάτιο 20 επί 20 πόδια χωρίς παράθυρα με ράφια από το πάτωμα ως το ταβάνι και, στριμωγμένα σε κάθε ράφι , κεραμικά των Μάγια που αποτελούσαν τη συλλογή του. Βασικά, εγώ δεν έχω ιδέα από την κεραμική τέχνη των Μάγια, αλλά ήθελα να φανώ όσο το δυνατόν πιο συνεπαρμένος. Του είπα λοιπόν, Μα δόκτωρ Ρόμπιτσεκ, αυτό είναι εντελώς καταπληκτικό." "Ναι," μου είπε. "Αυτό μου είπαν κι απ' το Λούβρο. Δε με άφηναν στην ησυχία μου μέχρι που τους χάρισα ένα κομμάτι, αλλά δεν άξιζε και πολλά."

Λοιπόν, μου ήρθε η ιδέα να καλέσω τον δόκτωρα Ρόμπιτσεκ να κάνει μια διάλεξη στο Κολλέγιο Wofford με θέμα - τι άλλο; - το Λεονάρντο ντα Βίντσι. Και κατόπιν θα τον καλούσα να γνωρίσει τον πιο παλιό μου συνεργάτη, που είχε ειδικευτεί στη Γαλλική ιστορία στο Γέιλ κάπου 70 κρόνια πριν, και στα 89 του ακόμα διοικούσε την, σε παγκόσμια κλίμακα, μεγαλύτερη ιδιωτική υφαντουργία με σιδερένια πυγμή. Τον λέγαν Ρότζερ Μίλικεν. Κι ο κ. Μίλλικεν συμφώνησε, το ίδιο κι ο δόκτωρ Ρόμπιτσεκ. Κι ήρθε ο δόκτωρ Ρόμπιτσεκ κι έκανε τη διάλεξη με φοβερή επιτυχία. Και μετά βρεθήκαμε στη δεξίωση στην Προεδρική Κατοικία με τον δόκτωρα Ρόμπιτσεκ δεξιά μου και τον κ. Μίλλικεν αριστερά μου. Και μόνο εκείνη τη στιγμή, καθώς καθόμασταν να γευματίσουμε, αντιλήφθηκα τον τεράστιο κίνδυνο που είχα ο ίδιος δημιουργήσει. Επειδή το να σμίξεις αυτούς τους δυο τιτάνες, αυτούς τους κυρίαρχους της υφηλίου ήταν σα να συστήνεις τη Μόθρα στο Γοντζίλα πάνω από τους ουρανοξύστες του Τόκυο. Αν δεν συμπαθούσαν ο ένας τον άλλον, θα μας ποδοπατούσαν σα μηρμύγκια.

Αλλά τα βρήκαν. Τα βρήκαν μια χαρά οι δυο τους. Κυλούσαν όλα ιδανικά- μέχρι να τελειώσει το φαγητό, και τότε ξεκίνησαν ένα τρικούβερτο καβγά. Και το σημείο διαφωνίας τους ήταν το εξής: εάν η δεύτερη ταινία του Χάρυ Πότερ ήταν εξίσου καλή με την πρώτη. Ο κ. Μίλλικεν είπε πως όχι. Ο δόκτωρ Ρόμπιτσεκ διαφώνησε. Εγώ πάλευα να καταλάβω το πώς αυτοί οι δυο τιτάνες, αυτοί οι κυρίαρχοι της υφηλίου, έβλεπαν έργα με το Χάρυ Πότερ στον ελεύθερο χρόνο τους, όταν ο κ. Μίλλικεν νόμισε πως θα νικούσε στον καβγά λέγοντας, " Απλά νομίζεις πως ήταν καλό επειδή δεν διάβασες το βιβλίο." Κι ο δόκτωρ Ρόμπιτσεκ έγειρε πίσω στην καρέκλα του, αλλά γρήγορα συνήλθε, έσκυψε μπροστά και του είπε, "Λοιπόν, αυτό είναι αλήθεια, αλλά στοιχηματίζω πως πήγες στο έργο με το εγγόνι σου." "Ε ναι λοιπόν, έτσι έγινε," παραδέχτηκε ο κ. Μίλλικεν. "Αχά!" είπε ο δόκτωρ Ρόμπιτσεκ. " Εγώ πήγα στο έργο εντελώς μόνος μου."

Και συνειδητοποίησα, εκείνη τη στιγμή της αποκάλυψης, πως αυτό που αποκάλυπταν οι δυο άντρες ήταν το μυστικό της ασυνήθιστης επιτυχίας τους, ο καθένας από τη δική του σκοπιά. Κι αυτό βρισκόταν σε εκείνη την ακόρεστη περιέργεια, την ακατανίκητη επιθυμία να αποκτήσουν γνώση, ανεξαρτήτως αντικειμένου, ανεξαρτήτως του κόστους, ακόμα και την ώρα που αυτοί που ρυθμίζουν τις τύχες μας είναι έτοιμοι να ποντάρουν στο ότι οι άνθρωποι δεν θα υπάρχουν για να φαντάζονται οτιδήποτε το έτος 2100, λιγότερο από 93 χρόνια από τώρα. "Ζήσε την κάθε σου μέρα ωσάν να είναι η τελευταία σου," έλεγε ο Μαχάτμα Γκάντι. "Μάθαινε ωσάν να πρόκειται να μην πεθάνεις ποτέ." Αυτό είναι που με παθιάζει. Ακριβώς αυτό το πράγμα. Είναι αυτή η δίψα για μάθηση κι εμπειρία που είναι ακόρεστη κι ακαταμάχητη, όσο κωμική, όσο εσωτερική, όσο ανατρεπτική κι αν φαίνεται. Αυτή καθορίζει το φαντασιακό μέλλον των φίλων μας των Ούγγρων, του Ρόμπιτσεκ και του Τέζλερ και του Μπάρτοκ, καθώς και το δικό μου μέλλον. Όπως συμβαίνει, φαντάζομαι, και με τον καθένα σας εδώ.

Το μόνο που θα ήθελα να προσθέσω είναι, "Ez a mi munkank; es nem is keves." Αυτό είναι το έργο που αναλάβαμε. Το ξέρουμε πως θα είναι δύσκολο. "Ez a mi munkankq es nem is keves." Yo napot, pacak!