Κέλι Σβάζεϊ
1,597,043 views • 13:54

Νομίζω πως είναι ασφαλές να πει κανείς ότι όλοι οι άνθρωποι θα εξοικειωθούν με το θάνατο τουλάχιστον μία φορά στη ζωή τους. Όμως, τί θα γινόταν αν αυτή η εξοικείωση άρχιζε πολύ πριν αντιμετωπίσετε τη δική σας μετάβαση από τη ζωή στο θάνατο; Πώς θα ήταν η ζωή αν οι νεκροί ζούσαν στην κυριολεξία δίπλα σας;

Στην πατρίδα του συζύγου μου, στα υψίπεδα της νήσου Σουλαβέσι στην ανατολική Ινδονησία, υπάρχει μια κοινότητα ανθρώπων που βιώνει το θάνατο όχι ως μεμονωμένο γεγονός, αλλά ως μια σταδιακή κοινωνική διεργασία. Στην Τάνα Τοράτζα, οι πιο σημαντικές κοινωνικές στιγμές στις ζωές των ανθρώπων, τα επίκεντρα της κοινωνικής και πολιτιστικής αλληλεπίδρασης δεν είναι οι γάμοι ή οι γεννήσεις ή έστω τα οικογενειακά δείπνα, αλλά οι κηδείες. Έτσι, αυτές οι κηδείες χαρακτηρίζονται από προσεγμένες ιεροτελεστίες που δένουν τους ανθρώπους σε ένα σύστημα αμοιβαίου χρέους το οποίο βασίζεται στον αριθμό των ζώων — γουρούνια, κοτόπουλα και κυρίως, νεροβούβαλους— που θυσιάζονται και μοιράζονται στο όνομα του αποθανόντα. Επομένως, αυτό το πολιτισμικό πλέγμα που περιβάλλει το θάνατο, η τελετουργική θέσπιση του τέλους της ζωής, κατέστησε το θάνατο την πιο ορατή και αξιοσημείωτη πλευρά του τοπίου της Τοράτζα. Με διάρκεια από μερικές μέρες έως μερικές εβδομάδες, οι νεκρώσιμες τελετές αποτελούν ένα θορυβώδες ζήτημα, όπου το μνημόσυνο ενός νεκρού δεν είναι τόσο ιδιωτική θλίψη όσο μια δημόσια μετάβαση. Και πρόκειται για μια μετάβαση που αφορά τόσο την ταυτότητα των ζωντανών, όσο και την ανάμνηση των νεκρών.

Έτσι λοιπόν, κάθε χρόνο, χιλιάδες επισκέπτες έρχονται στην Τάνα Τοράτζα για να δουν, κατά κάποιο τρόπο, αυτήν την κουλτούρα θανάτου, και για πολλούς ανθρώπους, αυτές οι πομπώδεις τελετές και η διάρκειά τους είναι, για κάποιο λόγο, αδύνατο να συγκριθούν με τον τρόπο που αντιμετωπίζουμε τη θνητότητά μας στη Δύση. Ακόμη και αν μοιραζόμαστε το θάνατο ως οικουμενική εμπειρία, δεν τον βιώνουμε με τον ίδιο τρόπο σε όλο τον κόσμο. Και ως ανθρωπολόγος, διακρίνω ότι αυτές οι διαφορές στα βιώματα έχουν τις ρίζες τους στον πολιτισμικό και κοινωνικό κόσμο μέσα από τον οποίο προσδιορίζουμε τα φαινόμενα γύρω μας. Οπότε, εκεί όπου εμείς βλέπουμε μια αδιαμφισβήτητη πραγματικότητα, το θάνατο ως μια αναντίρρητη βιολογική κατάσταση, οι άνθρωποι της Τοράτζα βλέπουν τη λήξη της σωματικής μορφής ως μέρος μιας μεγαλύτερης κοινωνικής γένεσης. Και πάλι λοιπόν, η σωματική παύση της ζωής δεν ισοδυναμεί με θάνατο. Στην πραγματικότητα, ένα μέλος της κοινωνίας είναι αληθινά νεκρό μόνο όταν η ευρύτερη οικογένεια μπορέσει να συμφωνήσει και να διευθετήσει όλα τα αναγκαία μέσα για να τελέσει μια επικήδεια τελετή που θεωρείται κατάλληλη, ως προς τα μέσα, για την κοινωνική θέση του νεκρού. Και η τελετή αυτή πρέπει να πραγματοποιηθεί μπροστά στα μάτια ολόκληρης της κοινότητας με τη συμμετοχή όλων.

Έτσι, μετά το σωματικό θάνατο κάποιου, το σώμα του τοποθετείται σε ένα ειδικό δωμάτιο στην παραδοσιακή κατοικία, που ονομάζεται τονγκόναν. Το τονγκόναν συμβολίζει όχι μόνο την ταυτότητα της οικογένειας, αλλά και τον κύκλο της ανθρώπινης ζωής από τη γέννηση ως το θάνατο. Ουσιαστικά λοιπόν, το σχήμα του κτιρίου μέσα στο οποίο γεννιέσαι, είναι το σχήμα της δομής που σε μεταφέρει στον προγονικό σου τόπο αναπαύσεως. Μέχρι τη νεκρώσιμη τελετή, που μπορεί να τελεστεί χρόνια μετά το σωματικό θάνατο ενός ατόμου, ο αποθανών αναφέρεται ως «το μακάλα», δηλαδή άρρωστος, ή «το μαμά», αυτός που κοιμάται, και εξακολουθεί να αποτελεί μέλος του σπιτιού. Συμβολικά, τον ταΐζουν και τον φροντίζουν, και η οικογένεια τότε θα ξεκινήσει μια σειρά από τελετουργικά ασφαλιστικά μέτρα, που μεταφέρουν το μήνυμα στην ευρύτερη κοινότητα γύρω τους, ότι ένα από τα μέλη της υφίσταται τη μετάβαση από αυτή τη ζωή στη μετά θάνατον ζωή γνωστή ως «Πούγια».

Ξέρω τι θα σκέφτεστε μερικοί από εσάς τώρα. Μας λέει στα αλήθεια ότι αυτοί οι άνθρωποι ζουν με τα σώματα των νεκρών συγγενών τους; Αυτό ακριβώς σας λέω.

Όμως αντί να ενδώσουμε σε αυτού του είδους την ενστικτώδη αντίδραση που έχουμε στην ιδέα της εγγύτητας στα σώματα, της εγγύτητας στο θάνατο, ή το πώς αυτή η αντίληψη απλά δεν ταιριάζει στο δικό μας βιολογικό ή ιατρικό ορισμό του θανάτου, μου αρέσει να σκέφτομαι τι περιλαμβάνει ο τρόπος με τον οποίο οι άνθρωποι της Τοράτζα βλέπουν το θάνατο, σε σχέση με την ανθρώπινη εμπειρία, και που ο ιατρικός ορισμός παραβλέπει. Πιστεύω πως οι άνθρωποι της Τοράτζα αναγνωρίζουν κοινωνικά και εκφράζουν πολιτισμικά αυτό που πολλοί από εμάς νιώθουμε πως είναι σωστό, παρά την ευρύτερα διαδεδομένη αποδοχή του βιοϊατρικού ορισμού του θανάτου, και αυτό είναι ότι οι σχέσεις μας με άλλους ανθρώπους, ο αντίκτυπος που έχουν στην κοινωνική μας πραγματικότητα, δεν παύει με τη διακοπή των φυσικών διαδικασιών του σώματος, ότι υπάρχει μια μεταβατική περίοδος καθώς η σχέση ανάμεσα σε ζωντανούς και νεκρούς μεταμορφώνεται αλλά δεν λήγει. Έτσι λοιπόν, οι άνθρωποι της Τοράτζα εκφράζουν την ιδέα αυτής της διαρκούς σχέσης χαρίζοντας άφθονη αγάπη και στοργή στο πιο ορατό σύμβολο αυτής της σχέσης, το ανθρώπινο σώμα. Ο σύζυγός μου λοιπόν, έχει τρυφερές αναμνήσεις συζητήσεων και παιχνιδιών και γενικότερα της παρουσίας του γύρω από το νεκρό παππού του, και για εκείνον δεν υπάρχει τίποτα το αφύσικο σε αυτό. Αποτελεί φυσιολογικό μέρος της διαδικασίας καθώς η οικογένεια συμφιλιώνεται με τη μετάβαση στη σχέση της με το νεκρό, και αυτή είναι η μετάβαση από την σχέση με το νεκρό ως ζωντανό στη σχέση με τον νεκρό ως πρόγονο. Και εδώ μπορείτε να δείτε αυτά τα ξύλινα ομοιώματα των προγόνων, οπότε αυτοί είναι άνθρωποι που έχουν ήδη ταφεί, έχει ήδη γίνει η νεκρώσιμη τελετή τους. Αυτά ονομάζονται τάου τάου.

Έτσι, η νεκρώσιμη τελετή από μόνη της ενσαρκώνει αυτή τη σχετική προοπτική του θανάτου. Μετατρέπει σε ιεροτελεστία τον αντίκτυπο του θανάτου στις οικογένειες και τις κοινότητες. Είναι επιπλέον μια στιγμή αυτογνωσίας. Μια στιγμή που οι άνθρωποι σκέφτονται ποιοι είναι, ποια είναι η θέση τους στην κοινωνία, και ποιος ο ρόλος τους στον κύκλο της ζωής σύμφωνα με την κοσμολογία των ανθρώπων της Τοράτζα.

Υπάρχει μια παροιμία στην Tοράτζα, ότι όλοι οι άνθρωποι θα γίνουν παππούδες και γιαγιάδες, και αυτό σημαίνει πως μετά θάνατον, γινόμαστε όλοι μέρος της προγονικής γραμμής που μας αγκυροβολεί μεταξύ παρελθόντος και παρόντος και θα καθορίσει ποια θα είναι τα αγαπημένα μας πρόσωπα στο μέλλον. Ουσιαστικά λοιπόν, όλοι γινόμαστε παππούδες και γιαγιάδες στις γενιές των παιδιών των ανθρώπων που έρχονται μετά από εμάς. Και αυτή η μεταφορική σημασία του να είναι κανείς μέλος μιας ευρύτερης ανθρώπινης οικογένειας είναι ο τρόπος που και τα παιδιά περιγράφουν τα χρήματα που επενδύουν σε αυτούς τους θυσιαστήριους βούβαλους που ο κόσμος πιστεύει πως μεταφέρουν την ψυχή των ανθρώπων από εδώ στη μετά θάνατον ζωή. Και τα παιδιά εξηγούν ότι θα επενδύσουν σ'αυτό χρήματα επειδή θέλουν να ξεπληρώσουν στους γονείς τους το χρέος για όλα τα χρόνια που ξόδεψαν εκείνοι επενδύοντας και φροντίζοντας τα ίδια.

Όμως η θυσία του βούβαλου και η τελετουργική επίδειξη πλούτου δείχνει επίσης την κοινωνική θέση του νεκρού, και, κατ'επέκταση, της οικογένειας του νεκρού. Έτσι στις κηδείες, οι σχέσεις επιβεβαιώνονται ξανά αλλά και μεταμορφώνονται σε ένα τελετουργικό δράμα που τονίζει το κυριότερο χαρακτηριστικό του θανάτου σε αυτό το μέρος: τον αντίκτυπό του στη ζωή και τις σχέσεις των ζωντανών.

Επομένως όλη αυτή η εστίαση στο θάνατο δεν σημαίνει πως οι άνθρωποι της Tοράτζα δεν λαχταρουν το ιδανικό μιας μεγάλης σε διάρκεια ζωής. Έχουν πολλές συνήθειες που πιστεύουν πως εξασφαλίζουν καλή υγεία και επιβίωση σε προχωρημένη ηλικία. Ωστόσο δεν δίνουν πολλή σημασία σε προσπάθειες παράτασης της ζωής υπό την απειλή μιας εξουθενωτικής ασθένειας ή σε μεγάλη ηλικία. Στην Τοράτζα λένε πως όλοι έχουν ένα είδος προκαθορισμένης ποσότητας ζωής. Το ονομάζουν «σούνγκα». Και όπως ένα νήμα, πρέπει να του επιτρέψουν να ξετυλιχτεί ως το φυσικό του μήκος.

Αντιμετωπίζοντας λοιπόν το θάνατο ως μέρος του πολιτισμικού και κοινωνικού ιστού της ζωής, επηρεάζονται οι καθημερινές αποφάσεις των ανθρώπων για την υγεία και την περίθαλψη τους. Ο πατριάρχης της φυλής του συζύγου μου από την πλευρά της μητέρας του, ο Νένετ Κάτσα, κοντεύει τώρα τα εκατό, απ' όσο ξέρουμε. Και υπάρχουν ολοένα περισσότερες ενδείξεις ότι ετοιμάζεται να αναχωρήσει για το δικό του ταξίδι στο Πούγια. Και το θάνατό του θα τον θρηνήσουν πολύ. Όμως το ξέρω πως η οικογένεια του συζύγου μου ανυπομονεί για τη στιγμή που θα μπορέσει να δείξει τελετουργικά πόσα σήμαινε η αξιοσημείωτη παρουσία του στις ζωές τους, όταν θα μπορέσει να αφηγηθεί τελετουργικά την ιστορία της ζωής του, υφαίνοντάς την στην ιστορία της κοινότητάς τους. Η ιστορία του είναι η δική τους ιστορία. Τα τραγούδια της κηδείας του θα είναι ένα τραγούδι για τους ίδιους. Και είναι μια ιστορία χωρίς ευδιάκριτο ξεκίνημα, ή προβλέψιμο τέλος. Μια ιστορία που συνεχίζεται για πολύ καιρό αφού το σώμα του πάψει να υπάρχει.

Ο κόσμος με ρωτάει αν με φοβίζει ή με απωθεί η συμμετοχή μου σε μια κουλτούρα όπου οι φυσικές εκδηλώσεις του θανάτου μας υποδέχονται παντού. Εγώ όμως βλέπω κάτι βαθύτερα μεταμορφωτικό στη βίωση του θανάτου ως κοινωνικής διεργασίας και όχι απλά βιολογικής. Στην πραγματικότητα, η σχέση ανάμεσα σε ζωντανούς και νεκρούς είναι από μόνη της δραματική στο σύστημα περίθαλψης των ΗΠΑ, όπου οι αποφάσεις σχετικά με το πόσο να τεντώσουμε το νήμα της ζωής παίρνονται με βάση τους συναισθηματικούς και κοινωνικούς μας δεσμούς με τους ανθρώπους γύρω μας, και όχι απλά βάσει της ικανότητας της ιατρικής να παρατείνει τη ζωή. Εμείς, όπως και οι άνθρωποι της Τοράτζα, βασίζουμε τις αποφάσεις μας για τη ζωή στις έννοιες και τους ορισμούς που αποδίδουμε στο θάνατο.

Επομένως, δεν προτείνω οποιοσδήποτε από το ακροατήριο να τρέξει να υιοθετήσει τις παραδόσεις των ανθρώπων της Τοράτζα. Ίσως να είναι κάπως δύσκολο να εφαρμοστούν στις Ηνωμένες Πολιτείες. Όμως θέλω να ρωτήσω τι μπορούμε να κερδίσουμε βλέποντας το σωματικό θάνατο όχι μόνο ως βιολογική διαδικασία, αλλά ως μέρος της ευρύτερης ανθρώπινης ιστορίας. Πώς θα ήταν αν κοιτούσαμε τη ληγμένη ανθρώπινη μορφή με αγάπη επειδή είναι τόσο οικείο κομμάτι αυτού που όλοι είμαστε; Αν μπορούσαμε να επεκτείνουμε τον ορισμό του θανάτου ώστε να συμπεριλάβουμε τη ζωή, θα μπορούσαμε να βιώσουμε το θάνατο ως μέρος της ζωής και ίσως να αντιμετωπίσουμε το θάνατο με κάτι άλλο εκτός από φόβο. Ίσως μία από τις απαντήσεις στις προκλήσεις που αντιμετωπίζει το σύστημα περίθαλψης των ΗΠΑ, ιδιαίτερα στην περίθαλψη ασθενών στο τελικό στάδιο, να είναι τόσο απλή όσο μια μικρή αλλαγή οπτικής και η αλλαγή οπτικής σε αυτή την περίπτωση θα ήταν να κοιτάξει κανείς την κοινωνική ζωή κάθε θανάτου. Ίσως να μας βοηθούσε να αναγνωρίσουμε ότι ο τρόπος που περιορίζουμε τη συζήτησή μας για το θάνατο σε κάτι ιατρικό ή βιολογικό αντανακλά μια ευρύτερη κουλτούρα που μοιραζόμαστε όλοι, να αποφεύγουμε το θάνατο, να φοβόμαστε να μιλήσουμε για αυτόν. Αν μπορούσαμε να επεξεργαστούμε και να εκτιμήσουμε άλλου είδους γνώσεις για τη ζωή, συμπεριλαμβανομένων και άλλων ορισμών του θανάτου, αυτό θα ήταν σε θέση να αλλάξει τις συζητήσεις που κάνουμε για το τέλος της ζωής. Θα μπορούσε να αλλάξει τον τρόπο που πεθαίνουμε, αλλά κυριότερα, θα μπορούσε να μεταμορφώσει τον τρόπο που ζούμε.

(Χειροκρότημα)