1,272,821 views • 14:21

Πρόκειται να σας μιλήσω για μια δοκιμασία απο την οποία υπέφερα Και έχω ένα περίεργο προαίσθημα πως αρκετοί από εσάς υποφέρουν απο αυτό επίσης. Όταν περπατώ σε μια γκαλερί τέχνης με τα δωμάτια και τα δωμάτια γεμάτα απο πίνακες, μετά απο περίπου 15 ή 20 λεπτά, συνειδητοποιώ ότι δεν σκέφτομαι τους πίνακες. Δεν συνδέομαι μαζί τους. Αντ' αυτού, σκέφτομαι εκείνο το φλιτζάνι καφέ που απελπισμένα χρειάζομαι για να με ξυπνήσει. Υποφέρω από σύνδρομο εξάντλησης της γκαλερί.

Πόσοι από εσάς εκεί έξω υποφέρετε από — Ναι. Χα χα, χα χα! Τώρα κάποιες στιγμές μπορεί να αντέξεις περισσότερο από 20 λεπτά, ή ακόμα λιγότερο, αλλά νομίζω πως όλοι υποφέρουμε από αυτό. Και έχετε τις συνοδευόμενες τύψεις; Για μένα, βλέπω τους πίνακες στον τοίχο και σκέφτομαι ότι κάποιος έχει αποφασίσει να τους βάλει εκεί, ότι πιστεύει πως είναι αρκετά κάλοι για να είναι σ'αυτό τον τοίχο, αλλά δε μπορώ πάντα να δω σε αυτό. Για την ακρίβεια, τις περισσότερες φορές δεν το βλέπω.

Και φεύγω νιώθοντας στην πραγματικότητα δυστυχισμένη. Νιώθω τύψεις και είμαι δυστυχισμένη με τον εαυτό μου, και αντί να σκεφτώ ότι κάτι δεν πάει καλά με τον πίνακα, νομίζω πως κάτι δεν πάει καλά με μένα. Αυτό δεν είναι και μια τόσο καλή εμπειρία, φεύγοντας έτσι από μία γκαλερί.

(Γέλια)

Το θέμα είναι ότι, πιστεύω πως πρέπει να δώσουμε στους εαυτούς μας ένα διάλειμμα. Εάν σκέφτεσαι να πας σε ένα εστιατόριο, όταν κοιτάζεις το μενού, περιμένουν από εσένα να παραγγείλεις ο,τιδήποτε υπάρχει στο μενού; Όχι! Επιλέγεις. Όταν πηγαίνετε σε ένα εμπορικό κατάστημα για να αγοράσετε ένα πουκάμισο, θα δοκιμάσετε όλα τα πουκάμισα και θα τα θέλετε όλα; Φυσικά και όχι, μπορείτε να είστε επιλεκτικοί. Είναι αναμενόμενο. Και πως τότε, δεν είναι και τόσο αναμενόμενο να είμαστε επιλεκτικοί όταν πηγαίνουμε σε μία γκαλερί τέχνης; Γιατί υποτίθεται ότι εμείς θα πρέπει να έχουμε μια σύνδεση με κάθε έναν πίνακα;

Λοιπόν, εγώ προσπαθώ να πάρω μία διαφορετική προσέγγιση. Και υπάρχουν δύο πράγματα που κάνω: Όταν πάω σε μια γκαλερί, πρώτα απ' όλα, πηγαίνω αρκετά γρήγορα, και κοιτάζω τα πάντα, και εντοπίζω αυτούς που με κάνουν να επιβραδύνω για οποιονδήποτε λόγο. Δε γνωρίζω καθόλου γιατί με κάνουν να επιβραδύνω, αλλά κάτι με τραβάει σαν μαγνήτης και τότε αγνοώ όλους τους άλλους, και πάω μόνο σε αυτόν τον πίνακα. Έτσι το πρώτο πράγμα που κάνω είναι, να κάνω τη δική μου αξιολόγηση. Διαλέγω έναν πίνακα. Μπορεί να είναι απλά ένας πίνακας μέσα στους 50. Και έπειτα, το δεύτερο πράγμα που κάνω είναι να σταθώ μπροστά απο αυτόν τον πίνακα, και να πω στον εαυτό μου μια ιστορία για αυτόν.

Γιατί ιστορία; Λοιπόν, νομίζω πως είμαστε συνδεδεμένοι, το DNA μας, μας λέει να λέμε ιστορίες. Λέμε ιστορίες όλη την ώρα για τα πάντα, και νομίζω ότι το κάνουμε επειδή ο κόσμος είναι κάπως σαν ένα τρελό, χαώδες μέρος, και μερικές φορές απο τις ιστορίες, προσπαθούμε να βγάλουμε ένα μικρό νόημα για τον κόσμο, προσπαθούμε να φέρουμε κάποια σε μία τάξη. Γιατί να μην το εφαρμόσουμε αυτό όταν κοιτάζουμε πίνακες; Οπότε λοιπόν, έχω αυτό το είδος του μενού από το εστιατόριο όταν επισκέπτομαι γκαλερί τέχνης.

Υπάρχουν τρείς πίνακες που θα σας δείξω τώρα, είναι πίνακες που με κάνουν να σταματώ τα βήματα μου και να θέλω να πω ιστορίες γι'αυτούς. Ο πρώτος χρειάζεται μια μικρή εισαγωγή — "Το κορίτσι με το μαργαριταρένιο σκουλαρίκι" του Γιοχάνες Βερμέερ, έναν Ολλανδό ζωγράφο του 17ου αιώνα. Αυτός είναι ο πιο ένδοξος πίνακας. Τον είδα πρώτη φορά όταν ήμουν 19, και αμέσως πήγα και αγόρασα μια αφίσα του, και μάλιστα την έχω ακόμα. 30 χρόνια μετά είναι κρεμασμένη στο σπίτι μου. Με έχει συντροφεύσει όπου κι αν έχω πάει, ποτέ δεν κουράζομαι να την βλέπω.

Αυτό που με έκανε να σταματήσω αρχικά ήταν απλά τα υπέροχα χρώματα που χρησιμοποιεί και το φως που πέφτει στο πρόσωπο της. Αλλά πιστεύω ότι αυτό που με κάνει να γυρνάω πίσω χρόνια με τα χρόνια είναι κάτι άλλο, και αυτό είναι το βλέμμα στο πρόσωπο της, το αντιφατικό βλέμμα στο πρόσωπο της. Δε μπορώ να πω αν είναι χαρούμενη ή λυπημένη, και αλλάζω γνώμη συνεχώς. Αυτό λοιπόν με κάνει να γυρίζω πίσω.

Μία μέρα, 16 χρόνια αφότου είχα αυτή την αφίσα στον τοίχο μου, όπως ξαπλώνω στο κρεβάτι και την κοιτάζω, σκέφτομαι ξαφνικά και αναρωτιέμαι τι της έκανε ο ζωγράφος για να δείχνει έτσι. Και ήταν η πρώτη φορά που σκέφτηκα ότι η έκφραση στο πρόσωπο της στην πραγματικότητα αντικατοπτρίζει το πως αυτή νιώθει γι'αυτόν. Πάντα πριν, το σκεφτόμουν ως ένα πορτραίτο ενός κοριτσιού. Τώρα άρχισα να το σκέφτομαι σαν ένα πορτραίτο μιας σχέσης. Και σκέφτηκα,, λοιπόν, τι είναι αυτή η σχέση:

Έτσι πήγα να το ανακαλύψω. Έκανα λίγη έρευνα και ανακάλυψα, οτι δεν έχουμε ιδέα ποια είναι. Για την ακρίβεια, δεν γνωρίζουμε ποιό από τα μοντέλα. σε ποιον από τους πίνακες του Βερμέερ είναι, και γνωρίζουμε πολύ λίγα και για τον ίδιο τον Βερμέερ. Το οποίο με έκανε να αναφωνήσω, "Γιούπι!" Μπορώ να κάνω ο,τι θέλω, μπορώ να σκαρφιστώ όποια ιστορία θέλω.

Έτσι λοιπόν σκέφτηκα την ιστορία. Πρώτα απ'όλα σκέφτηκα, πρέπει να τη βάλω στο σπίτι. Πώς την γνωρίζει ο Βερμέερ; Λοιπόν , υπάρχουν υπόνοιες ότι είναι η 12-χρονη κόρη του. Η κόρη του ήταν 12 εκείνη τη χρονική στιγμή όταν αυτός ζωγράφισε τον πίνακα . Και σκέφτηκα, όχι, είναι ένα πολύ οικείο βλέμμα, αλλά δεν είναι ένα βλέμμα που θα έδινε μια κόρη στον πατέρα της. Πρωτίστως, στην Ολλανδική ζωγραφική της εποχής, εάν το στόμα μιας γυναίκας ήταν ανοιχτό, υποδείκνυε σεξουαλική διαθεσιμότητα. Θα ήταν ανάρμοστο για τον Βερμέερ να ζωγραφίσει την κόρη του έτσι.

Έτσι δεν είναι η κόρη του, αλλά είναι κάποια οικεία σε αυτόν , σωματικά οικεία σε αυτόν . Λοιπόν, ποιος άλλος θα μπορούσε να είναι στο σπίτι; Μια υπηρέτρια, μια χαριτωμένη υπηρέτρια. Είναι, λοιπόν, στο σπίτι. Πώς την βάζουμε μέσα στο στούντιο; Δεν γνωρίζουμε πάρα πολλά για τον Βερμέερ, αλλά απο αυτά τα λίγα που γνωρίζουμε ένα είναι σίγουρο οτι παντρεύτηκε μια Καθολική γυναίκα, ζούσαν με την μητέρα της σε ένα σπίτι όπου αυτός είχε το δικό του δωμάτιο όπου αυτός — το στούντιο του. Είχε επίσης 11 παιδιά. Θα ήταν ένα χαωτικό, θορυβώδες νοικοκυριό. Και αν έχετε δει πίνακα του Βερμέερ πρίν, γνωρίζετε πως αυτοί είναι απίστευτα ήρεμοι και ήσυχοι.

Πως ζωγραφίζει ένας ζωγράφος τόσο ήρεμους, ήσυχους πίνακες με 11 παιδιά τριγύρω; Κατακερμάτισε την ζωή του. Μπαίνει μέσα στο στούντιο του και λέει, "Κανένας δε μπαίνει εδώ μέσα. Ούτε η σύζυγος, ούτε τα παιδιά. Εντάξει η υπηρέτρια μπορεί να μπαίνει και να καθαρίζει." Έτσι βρίσκεται μέσα στο στούντιο. Την έχει μέσα στο στούντιο, είναι μαζί. Και αποφασίζει να την ζωγραφίσει.

Την βάζει να φορέσει πολύ απλά ρούχα. Τώρα, όλες οι γυναίκες ή σχεδόν όλες οι γυναίκες στους υπόλοιπους πίνακες του Βερμέερ φορούσαν βελούδο, μετάξι, γούνες, πολύ πολυτελή υλικά. Αυτό είναι πολύ απλό: το μόναδικό πράγμα που δεν είναι απλό είναι το μαργαριταρένιο της σκουλαρίκι. Αν είναι υπηρέτρια, δεν υπάρχει τρόπος να μπορέσει να αγοράσει ένα ζευγάρι μαργαριταρένια σκουλαρίκια. Έτσι αυτά δεν είναι τα δικά της μαργαριταρένια σκουλαρίκια. Ποιανού είναι; Τυχαίνει να γνωρίζουμε, ότι υπάρχει μια λίστα της Καθαρίνα, των ρούχων της συζύγου. Μεταξύ τους ένα κίτρινο παλτό με λευκή γούνα, ένα κίτρινο και μαύρο μπούστο, και βλέπεις αυτά τα ρούχα σε πολλούς άλλους πίνακες, διαφορετικές γυναίκες στους πίνακες, τους πίνακες του Βερμέερ. Έτσι είναι προφανές, δάνειζε τα ρούχα της σε πολλές διαφορετικές γυναίκες. Έτσι δεν είναι και τόσο παρατραβηγμένο να πούμε ότι αυτό το μαργαριταρένο σκουλαρίκι άνηκε στην γυναίκα του.

Έχουμε λοιπόν όλα τα στοιχεία της ιστορίας μας. Είναι στο στούντιο μαζί του για πολύ καιρό. Αυτοί οι πίνακες πήραν πολύ καιρό για να γίνουν. Θα πέρασαν πολύ καιρό μόνοι τους, όλο αυτόν τον καιρό. Φοράει το μαργαριταρένιο σκουλαρίκι της γυναίκας του. Είναι πανέμορφη. Είναι προφανές πως τον αγαπάει. Είναι σε σύγκρουση. Η σύζυγος γνωρίζει; Μπορεί και όχι. Και αν όχι, τότε... αυτή είναι η ιστορία.

(Γέλιο)

Ο επόμενος πίνακας για τον οποίο πρόκειται να μιλήσω ονομάζεται "Αγόρι που χτίζει σπίτι από χαρτιά" του Σαρντέν. Είναι ένας Γάλλος ζωγράφος του 18ου αιώνα περισσότερο γνωστός για την νεκρή φύση, αλλά περιστασιακά ζωγράφιζε και ανθρώπους. Και στην πραγματικότητα, ζωγράφισε τέσσερις εκδοχές αυτού του πίνακα, διαφορετικά αγόρια που χτίζουν σπίτια από χαρτιά, όλα συγκεντρωμένα. Μου αρέσει αυτή η εκδοχή καλύτερα, γιατί μερικά από τα αγόρια είναι πιο μεγάλα και μερικά πιο μικρά, και για μένα, αυτό, όπως το πόριτζ της Χρυσομαλλούσας, είναι απλά σωστό.

Δεν είναι παιδί, δεν είναι άντρας. Είναι σωστά ισορροπημένος ανάμεσα στην αθωότητα και την εμπειρία, και αυτό με έκανε να σταματήσω μπροστά σε αυτόν τον πίνακα. Και κοίταξα το πρόσωπο του. Είναι λιγάκι σαν έναν πίνακα του Βερμέερ. Το φως έρχεται από τα αριστερα, το πρόσωπο του λούζεται σε αυτό το λαμπερό φως. Είναι ακριβώς στο κέντρο του πίνακα, και το κοιτάς, και το βρήκα όταν το κοιτούσα, καθόμουν εκεί και έλεγα, "Κοίταξε με. Σε παρακαλώ κοίταξε με." Και δεν με κοίταξε. Κοιτούσε ακόμη τα χαρτιά του, και αυτό είναι ένα από τα δελεαστικά στοιχεία αυτού του πίνακα, είναι τόσο συγκεντρωμένος σε αυτό που κάνει που δεν μας κοιτάει. Και αυτό, για μένα, είναι το σημάδι ενός αριστουργήματος, ενός πίνακα όταν λείπει η ανάλυση. Δεν θα με κοιτάξει ποτέ του.

Έτσι σκεφτόμουν μία ιστορία όπου, αν είμαι σε αυτή την θέση, ποιος θα ήταν εκεί να τον κοιτάζει; Όχι ο ζωγράφος, δεν θέλω να σκεφτώ τον ζωγράφο. Σκέφτομαι μία πιο μεγάλη έκδοση του εαυτού του. Είναι ένας άντρας, ένας υπηρέτης, ένας μεγαλύτερος υπηρέτης που κοιτάζει τον νεαρότερο υπηρέτη, και λέει "Κοίταξε με. Θέλω να σε προειδοποιήσω για αυτό που πρόκειται να περάσεις. Σε παρακαλώ κοίταξε με." Και ποτέ δεν το κάνει.

Και αυτή η έλειψη ανάλυσης, η έλειψη ανάλυσης όπως στο "Κορίτσι με το μαργαριταρένιο σκουλαρίκι" — δεν ξέρουμε αν είναι ευτυχισμένη ή δυστυχισμένη. Έχω γράψει μία ολόκληρη νουβέλα γι'αυτήν, και ακόμη δεν ξέρω αν είναι ευτυχισμένη ή δυστυχισμένη. Και πάλι, πίσω στον πίνακα, ψάχνοντας την απάντηση, ψάχνοντας την ιστορία για να γεμίσει το κενό. Και μπορεί να κάνουμε μία ιστορία, και να μας ευχαριστεί προς στιγμήν, αλλά όχι και τόσο, και γυρίζουμε πίσω ξανά και ξανά.

Ο τελευταίος πίνακας για τον οποίο θα μιλήσω ονομάζεται "Ανώνυμος" από ανώνυμο. (Γέλιο)

Αυτό είναι ένα πορτραίτο Τυδώρ που αγοράστηκε από την Εθνική Πινακοθήκη Πορτραίτων. Νόμιζαν ότι ήταν ένας άντρας με το όνομα Σερ Τόμας Όβερμπερυ, και μετά ανακάλυψαν ότι δεν ήταν αυτός, και δεν έχουν ιδέα για το ποιος είναι.

Τώρα στην Εθνική Πινακοθήκη Πορτραίτων, εάν δεν γνωρίζετε η βιογραφία του πίνακα, σας είναι κάπως άχρηστος. Δεν μπορούν να τον κρεμάσουν στον τοίχο, επειδή δεν γνωρίζουν ποιος είναι. Έτσι δυστυχώς, αυτό το ορφανό περνάει τον περισσότερο χρόνο του στην αποθήκη, μαζί με έναν μεγάλο αριθμό άλλων ορφανών, μερικοί από αυτοί, μερικοί όμορφοι πίνακες.

Αυτός ο πίνακας με έκανε να σταματήσω για 3 λόγους: Ο πρώτος είναι η αποσύνδεση μεταξύ του στόματος του που χαμογελά σε συνδυασμό με τα μάτια του που είναι μελαγχολικά. Δεν είναι ευτυχισμένος, και γιατί δεν είναι ευτυχισμένος; Το δεύτερο πράγμα που πραγματικά με τράβηξε ήταν τα κατακόκκινα μάγουλα του. Έχει κοκκινήσει. Κοκκίνησε επειδή του κάνουν το πορτραίτο του! Αυτός πρέπει να είναι κάποιος που κοκκινίζει συνεχώς. Τι να σκέφτεται και τον κάνει να κοκκινίσει; Το τρίτο πράγμα που με έκανε να σταματήσω ήταν το τελείως υπέροχο πανοφώρι του. Μεταξωτό, γκρι, αυτά τα υπέροχα κουμπιά. Και ξέρετε τι μου φέρνει στο μυαλό, είναι κάπως άνετο και φουσκωτό, είναι σαν ένα πάπλωμα σε ένα κρεβάτι.

Σκεφτόμουν κρεβάτια και κόκκινα μαγουλα, και φυσικά σκεφτόμουν το σεξ όταν το κοίταζα, και σκέφτηκα, αυτό είναι που σκέφτεται και αυτός; Και σκέφτηκα, εάν πρόκειται να κάνω μία ιστορία, ποιο είναι το τελευταίο πράγμα που θα βάλω εκεί; Λοιπόν, με τι θα ασχολείται ένας κύριος του Τυδώρ; Και σκέφτηκα, λοιπόν, ο Ερρίκος ο 8ος, εντάξει. Θα ασχολείται με την κληρονομιά του, με τον κληρονόμο του. Ποιος θα κληρονομήσει το όνομα και την περιουσία του; Αν τα βάλεις όλα αυτά μαζί, θα έχεις την ιστορία σου για να γεμίσεις το κενό που θα σε κάνει να επιστρέφεις. Τώρα, να η ιστορία. Είναι μικρή.

"Ροδαλός"

Ακόμη φοράω το λευκό μπροκάρ που μου έδωσε η Καρολάιν. Έχει ένα απλό ψηλό κολάρο, μανίκια που βγαίνουν και περίπλοκα κουμπιά από στριφτό μεταξωτό νήμα, ραμμένα κοντά κοντά έτσι ώστε να είναι στενό. Το πανοφώρι με κάνει να σκεφτώ ένα κάλυμμα στο τεράστιο κρεβάτι. Ίσως αυτή να ήταν η πρόθεση. Το φόρεσα για πρώτη φορά σε ένα περίτεχνο δείπνο που έκαναν οι γονείς της για να μας τιμήσουν. Το ήξερα πριν καν ακόμη σηκωθώ για να μιλήσω ότι τα μάγουλα μου είχαν πιάσει φωτιά. Πάντα κοκκίνιζα εύκολα, από την σωματική άσκηση, από το κρασί, από τα δυνατά αισθήματα.

Όταν ήμουν μικρός, με πειράζαν οι αδελφές μου και οι συμμαθητές μου, αλλά όχι ο Τζωρτζ. Μόνο ο Τζωρτζ μπορούσε να με φωνάζει Ροδαλό. Δεν το επέτρεπα σε κανέναν άλλον. Κατάφερνε να κάνει την λέξη τρυφερή. Όταν έκανα την ανακοίνωση, ο Τζωρτζ δεν κοκκίνησε, αλλά χλώμιασε όπως το πανοφώρι μου. Δεν έπρεπε να είχε εκπλαγεί. Ήταν κοινή παραδοχή ότι μια μέρα θα παντρευόμουν την ξαδέλφη του. Αλλά είναι δύσκολο να ακούς τις λέξεις δυνατά. Το ξέρω, μετά βίας μπόρεσα να τις προφέρω.

Μετά βρήκα τον Τζωρτζ στην βεράντα που κοιτούσε τον κήπο της κουζίνας. Αν και έπινε σταθερά όλο το απόγευμα, ήταν ακόμη χλωμός. Καθήσαμε μαζί και κοιτάζαμε τις υπηρέτριες να κόβουν μαρούλια. "Τι γνώμη έχεις για το πανοφώρι μου;" ρώτησα.

Με κοίταξε. "Αυτό το κολάρο φαίνεται να σε πνίγει."

"Θα συνεχίσουμε να βλεπόμαστε," επέμεινα. "Μπορούμε ακόμη να πηγαίνουμε για κυνήγι, να παίζουμε χαρτιά και να πηγαίνουμε στην αυλή. Δεν πρέπει να αλλάξει κάτι." Ο Τζωρτζ δεν μίλησε. "Είμαι 23 ετών. Είναι ώρα να παντρευτώ και να παράγω έναν κληρονόμο. Το περιμένουν από μένα."

Ο Τζωρτζ στράγγιξε ακόμη ένα ποτήρι κόκκινο κρασί και γύρισε προς τα μένα. "Συγχαρητήρια για τον επερχόμενο γάμο σου, Τζέιμς. Είμαι σίγουρος πως θα είστε ικανοποιημένοι μαζί." Δεν ξαναχρησιμοποίησε το παρατσούκλι μου ξανά.

Σας ευχαριστώ.

(Χειροκρότημα)

Σας ευχαριστώ.

(Χειροκρότημα)