Κάρεν Τόμσον Γουόκερ
2,084,864 views • 11:30

Μία μέρα το 1819, 3.000 μίλια από την ακτή της Χιλής σε μία από τις πιο απομακρυσμένες περιοχές του Ειρηνικού Ωκεανού, 20 Αμερικάνοι ναυτικοί είδαν το πλοίο τους να πλημμυρίζει με θαλασσινό νερό. Χτυπήθηκαν από μια φάλαινα φυσητήρα, η οποία άνοιξε μια καταστροφική τρύπα στο κύτος του πλοίου. Καθώς το πλοίο άρχισε να βυθίζεται στα κύματα, οι άντρες στριμώχτηκαν σε τρία μικρά φαλαινοθηρικά. Βρίσκονταν 10.000 μίλια από το σπίτι τους, περισσότερο από 1.000 μίλια από την πλησιέστερη ακτή. Μέσα στις μικρές βάρκες, κουβαλούσαν μόνο στοιχειώδη εξοπλισμό πλοήγησης και περιορισμένα αποθέματα φαγητού και νερού. Αυτοί ήταν οι άντρες του φαλαινοθηρικού Έσσεξ και η ιστορία τους αργότερα ενέπνευσε μέρη του «Μόμπι Ντικ».

Ακόμα και σήμερα, η κατάστασή τους θα ήταν πραγματικά τρομερή, αλλά σκεφτείτε πόσο χειρότερη θα ήταν τότε. Κανείς στη στεριά δεν είχε ιδέα ότι κάτι είχε πάει στραβά. Καμία ομάδα διάσωσης δεν πήγαινε να ψάξει αυτούς τους άντρες. Οι περισσότεροι από εμάς δεν έχουμε ζήσει κάτι τόσο τρομαχτικό όσο αυτοί οι άντρες, αλλά όλοι ξέρουμε πώς είναι να νιώθεις φόβο. Ξέρουμε την αίσθηση του φόβου, αλλά δεν είμαι σίγουρη αν περνάμε αρκετό χρόνο σκεπτόμενοι τι σημαίνουν οι φόβοι μας.

Καθώς μεγαλώνουμε, συχνά μας παροτρύνουν να σκεφτόμαστε το φόβο ως αδυναμία, σαν άλλο ένα παιδιάστικο πράγμα που πρέπει να ξεφορτωθούμε, όπως τα νεογιλά δόντια ή τα πατίνια. Πιστεύω πως δεν είναι τυχαίο ότι σκεφτόμαστε έτσι. Οι νευρολόγοι έχουν δείξει ότι οι άνθρωποι είναι από τη φύση τους αισιόδοξοι. Άρα μπορεί γι' αυτό να σκεφτόμαστε τον φόβο, μερικές φορές, ως έναν κίνδυνο από μόνο του. «Μη στεναχωριέσαι», μας αρέσει να λέμε ο ένας στον άλλον. «Μην πανικοβάλλεσαι». Στα Αγγλικά, ο φόβος είναι κάτι που υπερνικάμε είναι κάτι που παλεύουμε, που ξεπερνάμε. Αλλά εάν βλέπαμε τον φόβο με διαφορετικό τρόπο; Τι θα γινόταν εάν θεωρούσαμε τον φόβο ως ένα θαυμαστό προϊόν της φαντασίας, κάτι προφανές και διορατικό όπως η ίδια η αφήγηση; Είναι ευκολότερο να δείτε τη σχέση μεταξύ φόβου και φαντασίας στα παιδιά, όπου ο φόβος είναι συχνά εξαιρετικά έντονος. Όταν ήμουν μικρή, ζούσα στην Καλιφόρνια, που είναι ένα εξαιρετικά πολύ ωραίο μέρος για να ζεις αλλά για εμένα, η Καλιφόρνια ήταν επίσης λίγο τρομακτική. Θυμάμαι πόσο τρομακτικό ήταν να βλέπω το πολύφωτο που κρεμόταν πάνω από το τραπέζι μας να κουνιέται μπρος πίσω σε κάθε μικρό σεισμό, και μερικές φορές δεν μπορούσα να κοιμηθώ το βράδυ φοβισμένη μη χτυπήσει ο Μεγάλος Σεισμός ενώ κοιμόμαστε. Αυτό που λέμε για τα παιδιά που έχουν φόβους σαν αυτόν είναι ότι έχουν έντονη φαντασία. Αλλά κάποια στιγμή, οι περισσότεροι από εμάς μαθαίνουμε να αφήνουμε πίσω αυτά τα οράματα και να ωριμάζουμε. Μαθαίνουμε ότι δεν υπάρχουν τέρατα κάτω από το κρεβάτι, και ότι δεν ισοπεδώνει κτίρια κάθε σεισμός. Ίσως δεν είναι σύμπτωση ότι ορισμένα από τα πιο δημιουργικά μας μυαλά δεν καταφέρνουν να αφήσουν πίσω τους αυτούς τους φόβους, ως ενήλικοι. Αυτές οι απίστευτες φαντασιώσεις που δημιούργησαν την «Καταγωγή των ειδών», την «Τζέιν Έυρ» και το «Αναζητώντας το χαμένο χρόνο», δημιούργησαν επίσης έντονες ανησυχίες που στοίχειωναν την ενήλικη ζωή του Κάρολου Δαρβίνου, της Σαρλότ Μπροντέ και του Μαρσέλ Προυστ. Το ερώτημα είναι τι μπορούμε να μάθουμε για τον φόβο από τους ονειροπόλους και τα παιδιά;

Ας επιστρέψουμε για λίγο στο έτος 1819, στην κατάσταση που βρισκόταν το πλήρωμα του φαλαινοθηρικού «Έσσεξ». Ας δούμε τους φόβους που οι φαντασιώσεις τους δημιουργούσαν καθώς πάλευαν με τα κύματα στη μέση του Ειρηνικού. Έχουν περάσει 24 ώρες από την ανατροπή του πλοίου. Είχε φτάσει η ώρα να σκεφτούν ένα σχέδιο, αλλά είχαν ελάχιστες επιλογές. Στη συναρπαστική του αφήγηση για την καταστροφή, ο Ναθάνιελ Φίλμπρικ έγραψε ότι αυτοί οι άντρες ήταν τόσο μακριά από τη στεριά που θα μπορούσαν να βρίσκονται σε οποιοδήποτε σημείο πάνω στη Γη. Γνώριζαν ότι τα κοντινότερα νησιά που μπορούσαν να φτάσουν ήταν οι Νήσοι Μαρκέζας, 1.200 μίλια μακρυά. Ωστόσο, είχαν ακούσει τρομακτικές φήμες. Τους είχαν πει ότι σε αυτά τα νησιά, καθώς και σε αρκετά παραπλήσια, κατοικούσαν κανίβαλοι. Έτσι φαντάστηκαν πως μόλις έφταναν στην ακτή θα τους σκότωναν και θα τους έτρωγαν για δείπνο. Ένας άλλος πιθανός προορισμός ήταν η Χαβάη, αλλά λόγω της εποχής, ο καπετάνιος φοβόταν πως θα συναντούσαν σφοδρές καταιγίδες. Η τελευταία επιλογή ήταν η πιο μεγάλη και η πιο δύσκολη: να ταξιδέψουν περίπου 1.500 μίλια νότια με την ελπίδα να φτάσουν σε μια περιοχή ανέμων η οποία ίσως να τους οδηγούσε προς τις ακτές της Νοτίου Αμερικής. Όμως ήξεραν πως η μεγάλη διάρκεια αυτού του ταξιδιού θα εξαντλούσε όλες τις προμήθειες τους σε τροφή και νερό. Να γίνουν τροφή για τους κανιβάλους, να χτυπηθούν από τις καταιγίδες, να πεθάνουν της πείνας πριν να φτάσουν στη στεριά. Αυτοί ήταν οι φόβοι που κυριάρχησαν στη φαντασία αυτών των ανδρών, και όπως φάνηκε, ο φόβος που επέλεξαν να ακούσουν προσδιόριζε το αν θα ζήσουν ή αν θα πεθάνουν. Μπορούμε να αποδώσουμε αυτούς τους φόβους με διαφορετικό όνομα. Αν αντί να τους αποκαλούμε φόβους, να τους αποκαλούσαμε ιστορίες; Επειδή, αν το σκεφτείτε, αυτό είναι πραγματικά ο φόβος Είναι ένα είδος ακούσιας αφήγησης που όλοι ξέρουμε να κάνουμε από τότε που γεννηθήκαμε. Ο φόβος και η αφήγηση αποτελούνται από τα ίδια μέρη. Έχουν την ίδια αρχιτεκτονική. Όπως όλες οι ιστορίες, έτσι και οι φόβοι έχουν χαρακτήρες. Στους φόβους μας οι χαρακτήρες είμαστε εμείς. Οι φόβοι έχουν επίσης πλοκή. Έχουν αρχή, μέση και τέλος. Επιβιβάζεσαι στο αεροπλάνο. Απογειώνεται. Παθαίνει βλάβη η μηχανή. Οι φόβοι μας επίσης τείνουν να έχουν αναπαραστάσεις που μπορεί να είναι τόσο ζωντανές όσο αυτές στις σελίδες ενός μυθιστορήματος. Φανταστείτε έναν κανίβαλο, ανθρώπινα δόντια να βυθίζονται σε ανθρώπινη σάρκα, η ανθρώπινη σάρκα να ψήνεται στη φωτιά. Επίσης οι φόβοι εμπεριέχουν το αίσθημα της αγωνίας. Εάν τελείωνα την αφήγησή μου σήμερα, θα αναρωτιόσασταν τι συνέβη με τους άντρες του φαλαινοθηρικού «Έσσεξ». Οι φόβοι μας προκαλούν σε εμάς μια παρόμοια μορφή αγωνίας. Όπως σε όλες τις μεγάλες ιστορίες, οι φόβοι επικεντρώνουν την προσοχή μας σε ένα ερώτημα, το ίδιο σημαντικό τόσο στη ζωή όσο και στη λογοτεχνία: Τι γίνεται μετά; Με άλλα λόγια οι φόβοι μας κάνουν να σκεφτούμε το μέλλον. Παρεμπιπτόντως, οι άνθρωποι είναι τα μόνα όντα ικανά να σκέφτονται το μέλλον με αυτόν τον τρόπο, να προβάλλουμε τον εαυτό μας μπροστά στο χρόνο, και αυτό το νοητό ταξίδι στο χρόνο είναι ένα ακόμα κοινό στοιχείο μεταξύ του φόβου και της αφήγησης. Ως συγγραφέας, μπορώ να σας πω πως ένα μεγάλο μέρος της γραπτής μυθοπλασίας προβλέπει πως ένα γεγονός σε μια ιστορία θα επηρεάσει όλα τα υπόλοιπα γεγονότα, και ο φόβος λειτουργεί με τον ίδιο τρόπο. Στο φόβο, όπως και στη μυθοπλασία, το ένα γεγονός οδηγεί πάντα σε ένα άλλο. Όταν έγραφα το πρώτο μου μυθιστόρημα, «Η εποχή των θαυμάτων», προσπαθούσα για μήνες να καταλάβω τι θα γινόταν εάν ξαφνικά άρχιζε να επιβραδύνεται η περιστροφή της Γης. Τι θα συνέβαινε στην ημέρα; Τι θα πάθαιναν τα σιτηρά; Τι θα συνέβαινε στο μυαλό μας; Τότε συνειδητοποίησα πόσο παρόμοιες ήταν αυτές οι ερωτήσεις που έκανα στον εαυτό μου όταν ήμουν παιδί, φοβισμένη μέσα στη νύχτα. Ανησυχούσα πως εάν χτυπούσε το βράδυ σεισμός τι θα γινόταν το σπίτι μας, η οικογένειά μου. Η απάντηση έπαιρνε πάντα τη μορφή μιας ιστορίας. Επομένως εάν αναλογιστούμε τους φόβους μας όχι απλά ως φόβους, αλλά ως ιστορίες, θα πρέπει να δούμε τον εαυτό μας ως τον συγγραφέα αυτών των ιστοριών. Αλλά πρέπει και να θεωρήσουμε τους εαυτούς μας ως τους αναγνώστες των φόβων μας και πώς επιλέγουμε να διαβάζουμε τους φόβους μας μπορεί να έχει ένα έντονο αποτέλεσμα στη ζωή μας. Κάποιοι διαβάζουμε τους φόβους μας πιο προσεκτικά σε σχέση με τους άλλους. Διάβασα μια πρόσφατη μελέτη για επιτυχημένους επιχειρηματίες, και ο συγγραφέας ανακάλυψε πως αυτά τα άτομα είχαν μια κοινή συνήθεια που αποκαλούσε «παραγωγική παράνοια», δηλαδή αυτά τα άτομα αντί να αποβάλλουν τους φόβους τους τους διάβαζαν προσεκτικά, τους μελετούσαν και κατόπιν τους ερμήνευαν ως προετοιμασία για δράση. Εάν οι χειρότεροι φόβοι τους γίνονταν πραγματικότητα οι εταιρίες τους ήταν έτοιμες. Κάποιες φορές, όντως οι φόβοι μας γίνονται πραγματικοί. Αυτό είναι που κάνει τον φόβο παράξενο. Κάποιες φορές οι φόβοι μας προβλέπουν το μέλλον. Αλλά δεν γίνεται να είμαστε έτοιμοι για όλους τους φόβους που διαμορφώνει η φαντασία μας. Πώς μπορούμε να ξεχωρίζουμε τους φόβου που αξίζει να ακούμε από τους υπόλοιπους; Πιστεύω πως το τέλος της ιστορίας μας προσφέρει ένα λαμπρό, αν και τραγικό, παράδειγμα. Μετά από πολλή σκέψη τελικά αποφάσισαν. Φοβούμενοι τους κανιβάλους, αποφάσισαν να αποφύγουν τα κοντινά νησιά και να ξεκινήσουν την πιο μακριά και δύσκολη πορεία προς τη Νότια Αμερική. Μετά από δυο μήνες στη θάλασσα, τελειώσε η τροφή όπως ήξεραν πως θα γινόταν και βρίσκονταν ακόμα μακριά από τη στεριά. Όταν τελικά οι τελευταίοι επιζώντες σώθηκαν από διερχόμενα πλοία, λιγότεροι από τους μισούς ήταν ακόμα ζωντανοί και ορισμένοι είχαν αναπτύξει μια δικιά τους μορφή κανιβαλισμού. Ο Χέρμαν Μέλβιλ που βασίστηκε σε αυτήν την ιστορία για το «Μόμπι Ντικ» έγραψε χρόνια αργότερα, από τη στεριά, «Όλα αυτά τα δεινά που υπέστησαν οι άντρες του Έσσεξ, θα μπορούσαν να είχαν αποφευχθεί, εάν αμέσως μετά το ναυάγιο, κατευθύνονταν προς την Ταϊτή». Αλλά, όπως είπε ο Μέλβιλ, «έτρεμαν τους κανιβάλους». Το ερώτημα είναι γιατί τους έτρεμαν περισσότερο από το πολύ πιθανό ενδεχόμενο να πεινάσουν; Γιατί επηρεάστηκαν από τη μια ιστορία περισσότερο από την άλλη; Αν το δείτε από αυτή την οπτική γωνία, οι ίδιοι να γίνονται ιστορία για ανάγνωση. Ο Βλαντιμίρ Ναμπόκοφ είπε πως ο καλύτερος αναγνώστης συνδυάζει δυο διαφορετικές ψυχοσυνθέσεις, την καλλιτεχνική και την επιστημονική. Ένας καλός αναγνώστης έχει το πάθος του καλλιτέχνη, τη θέληση να απορροφηθεί στην ιστορία, αλλά το ίδιο σημαντικά, ο αναγνώστης θέλει την αυστηρή κρίση ενός επιστήμονα, που επιδρά στη διάθεση και περιπλέκει τις ενστικτώδεις αντιδράσεις του στην ιστορία. Όπως είδαμε, οι άνδρες του Έσσεξ δεν είχαν πρόβλημα με το καλλιτεχνικό μέρος. Σκέφτηκαν διάφορα τρομακτικά σενάρια. Το πρόβλημα ήταν πως άκουσαν τη λάθος ιστορία. Απ' όλες τις ιστορίες που δημιούργησαν οι φόβοι τους, ανταποκρίθηκαν στον πιο τρομακτικό, τον πιο ζωντανό, αυτόν που ήταν πιο εύκολο να αποτυπωθεί στη φαντασία τους: τους κανιβάλους. Αλλά, εάν μπορούσαν να διαβάσουν τους φόβους τους, περισσότερο σαν επιστήμονες, με πιο αντικειμενική κρίση, θα άκουγαν τη λιγότερο βίαιη, αλλά με τις μεγαλύτερες πιθανότητες, ιστορία, αυτήν της πείνας, και θα πήγαιναν στην Ταϊτή, όπως σχολιάζει ο Μέλβιλ. Αν προσπαθούσαμε να διαβάσουμε τους φόβους μας, θα βρισκόμασταν λιγότερο συχνά σε δίλημμα, από τους πιο τρομερούς φόβους μας. Ίσως τότε να ξοδεύαμε λιγότερο χρόνο ανησυχώντας, για τους σχιζοφρενείς δολοφόνους και τις συντριβές αεροπλάνων, και περισσότερο σκεπτόμενοι, πιο διακριτικές, και πιο αργές καταστροφές: τη σιωπηλή απόφραξη των αρτηριών μας, τη σταδιακή αλλαγή του κλίματος. Όπως οι λιγότερο προφανείς ιστορίες στη λογοτεχνία είναι και οι πιο πλούσιες, έτσι και οι πιο περίπλοκοι φόβοι μας μπορεί να είναι αληθινοί. Εάν τους κατανοήσουμε σωστά, αποτελούν ένα καταπληκτικό δώρο της φαντασίας, ένα είδος διορατικότητας, ένας τρόπος να δούμε ποιο μπορεί να είναι το μέλλον, όταν υπάρχει ακόμα χρόνος να επηρεάσουμε το πώς θα εξελιχθεί. Όταν ερμηνευτούν σωστά, οι φόβοι μας προσφέρουν κάτι τόσο πολύτιμο, όσο τα αγαπημένα έργα της λογοτεχνίας: λίγη σοφία, λίγη διορατικότητα, και μια ερμηνεία του πιο ακαθόριστου πράγματος: της αλήθειας. Σας ευχαριστώ. (Χειροκρότημα)