Έλεανορ Λόνγκντεν
4,360,229 views • 14:17

Η ημέρα που έφυγα για πρώτη φορά απ' το σπίτι μου, για να πάω να σπουδάσω, ήταν μια ολοφώτεινη ημέρα, γεμάτη ελπίδα και αισιοδοξία. Στο σχολείο τα είχα πάει καλά. Υπήρχαν υψηλές προσοδοκίες για μένα κι έτσι ξεκίνησα θριαμβευτικά τη φοιτητική μου ζωή με τις διαλέξεις, τα πάρτυ και το κλέψιμο κώνων απ' το δρόμο.

Τα φαινόμενα, φυσικά, πολλές φορές απατούν, κι ως ένα βαθμό, η θαρραλέα κι ενεργητική αυτή περσόνα, που πήγαινε στις διαλέξεις κι έκλεβε κώνους απ' το δρόμο, ήταν ένα προσωπείο, ένα πολύ καλοφτιαγμένο και πειστικό προσωπείο. Εσωτερικά, ήμουν στην πραγματικοτήτα βαθύτατα δυστυχισμένη, ανασφαλής και ολότελα φοβισμένη — φοβόμουν τους άλλους ανθρώπους, το μέλλον, την αποτυχία κι αυτό το κενό που ένοιωθα ότι υπήρχε μέσα μου. Όμως, είχα την ικανότητα να το κρύβω κι εξωτερικά έμοιαζα ως ένα άτομο που έχει τη δυνατότητα να ελπίζει και να φιλοδοξεί για τα πάντα. Αυτή η ψευδαίσθηση της συναισθηματικής δύναμης ήταν τόσο πλήρης, που εξαπατούσα ακόμα και τον ίδιο μου τον εαυτό, και μπαίνοντας στο δέυτερο εξάμηνο, κανένας δε θα μπορούσε να προβλέψει αυτό που επρόκειτο να συμβεί.

Ξεκίνησε μια μέρα καθώς έφευγα από ένα σεμινάριο, ενώ μουρμούριζα στον εαυτό μου και ψαχούλευα την τσάντα μου, όπως είχα κάνει εκατοντάδες άλλες φορές στο παρελθόν, όταν άκουσα ξαφνικά μια φωνή να σχολιάζει με απάθεια, «Φεύγει απ' το δωμάτιο.»

Κοίταξα γύρω μου, αλλά δεν ήταν κανείς εκεί, όμως η σαφήνεια κι η αποφασιστκότητα που χαρακτήριζαν το σχόλιο ήταν αδιαμφισβήτητες. Ταραγμένη, παράτησα τα βιβλία μου στις σκάλες κι έτρεξα σπίτι, και να σου πάλι. «Ανοίγει την πόρτα.»

Έτσι ξεκίνησε. Η φωνή είχε καταφτάσει. Κι η φωνή παρέμενε, μέρες, βδομάδες, χωρίς σταματημό, αφηγούνταν στο τρίτο ενικό πρόσωπο ό,τι και να έκανα.

«Πηγαίνει στη βιβλιοθήκη.»

«Πηγαίνει στη διάλεξη.» Ήταν ουδέτερη, απαθής κι ύστερα από λίγο καιρό παραδόξως φιλική και καθησυχαστική, αν και παρατήρησα, ότι μερικές φορές ξέφευγε από την ατάραχη εξωτερική της όψη κι αντικατόπτριζε πότε πότε τα δικά μου ανεκδήλωτα συναισθήματα. Έτσι, για παράδειγμα, αν ήμουν θυμωμένη κι έπρεπε να το κρύψω, κάτι που έκανα συχνά, καθώς ήμουν πλέον ειδήμονας στη συγκάλυψη των συναισθημάτων μου, τότε η φωνή ηχούσε απογοητευμένη. Κατά τ'άλλα, δεν ήταν ούτε απειλητική ούτε ενοχλητική, αν και, ακόμα και τότε, ήταν ξεκάθαρο, ότι ήθελε να μου εκφράσει κάτι για τα συναισθήματά μου, κι ιδιαιτέρως τα απόμακρα και απροσπέλαστα συναισθήματα.

Και τότε λοιπόν ήταν που έκανα το μοιραίο λάθος να μιλήσω για τη φωνή σε μια φίλη μου, η οποία τρομοκρατήθηκε. Μια ανεπαίσθητη διεργασία εξάρτησης είχε αρχίσει, η υπόδειξη ότι οι φυσιολογικοί άνθρωποι δεν ακούν φωνές κι ότι εννοούσα πως μου συνέβαινε κάτι πολύ σοβαρό. Αυτός ο φόβος ήταν μεταδοτικός, όπως κι η επιφύλαξη. Ξαφνικά, η φωνή σταμάτησε να μου φαίνεται τόσο αγαθή, κι όταν η φίλη μου επέμενε ν' απευθυνθώ σε γιατρό, υπάκουσα, κάτι που αποδείχτηκε το λάθος νούμερο δύο.

Στην αρχή μίλησα στο γιατρό της σχολής γι' αυτά που θεωρούσα ότι ήταν τα πραγματικά μου προβλήματα άγχος, χαμηλή αυτοεκτίμηση, φόβος για το μέλλον, κι ο γιατρός μ' αντιμετώπισε με αδιαφορία, ώσπου αναφέρθηκα στη φωνή, και τότε του' πεσε το στιλό απ' το χέρι, στράφηκε προς το μέρος μου κι άρχισε να μου κάνει ερωτήσεις, δείχνοντας πραγματικό ενδιαφέρον. Κι η αλήθεια είναι πως έψαχνα απεγνωσμένα για ενδιαφέρον και βοήθεια κι έτσι ξεκίνησα να του μιλάω για τον παράξενο σχολιαστή μου. Μακάρι να' χε μιλήσει τότε η φωνή και να' χε πει «Σκάβει μόνη της το λάκκο της.»

Με παρέπεμψαν σε ψυχίατρο, ο οποίος είδε με εξίσου άσχημο μάτι την παρουσία της φωνής και στη συνέχεια ερμήνευε ό,τι και να έλεγα μέσα από το πρίσμα μιας λανθάνουσας παράνοιας. Για παράδειγμα, ήμουν μέλος ενός φοιτητικού τηλεοπτικού σταθμού που μετέδιδε δελτία νέων σε όλη την πανεπιστημιούπολη, και σε ένα ραντεβού με το γιατρό το οποίο είχε παρατραβήξει χρονικά, είπα, «Συγγνώμη, γιατρέ, πρέπει να φύγω. Λέω τα νέα στις έξι». Στον ιατρικό μου φάκελο έχει πλέον καταχωρηθεί ότι η Έλεανορ έχει ψευδαισθήσεις πως είναι παρουσιάστρια δελτίων ειδήσεων.

Από εκεί και πέρα, οι εξελίξεις άρχισαν να με προσπερνούν ραγδαία. Ακολούθησε η πρώτη, μεταξύ πολλών, εισαγωγή στο νοσοκομείο, έπειτα ήρθε η διάγνωση της σχιζοφρένειας, και το χειρότερο απ' όλα, βασανιζόμουν από μια τοξική, αγωνιώδη αίσθηση απελπισίας, εξευτελισμού και απόγνωσης σχετικά με τον εαυτό μου και για το τι θ' απογίνω.

Έχοντας ενθαρρυνθεί να δω τη φωνή όχι σαν εμπειρία αλλά σαν σύμπτωμα, ο φόβος και η αντίσταση μου προς αυτή, εντάθηκαν. Στην ουσία, αυτό σήμαινε ότι άρχισα ν' αποκτώ εχθρική στάση απέναντι στο ίδιο μου το μυαλό, κάτι σαν ψυχικός εμφύλιος πόλεμος, και κατά συνέπεια οι φωνές άρχισαν να πληθαίνουν και να γίνονται σταδιακά όλο και πιο εχθρικές και απειλητικές. Χωρίς βοήθεια κι ελπίδα, άρχισα να αποτραβιέμαι σ' αυτόν τον εφιαλτικό εσωτερικό κόσμο όπου οι φωνές θα γινόντουσαν οι δυνάστες μου αλλά και η μόνη μου παρέα. Μου έλεγαν, για παράδειγμα, ότι αν αποδείξω ότι αξίζω τη βοήθειά τους, τότε θα μπορούσαν να κάνουν τη ζωή μου όπως ήταν παλιά, και μου ανέθεσαν μια σειρά από καθήκοντα, το ένα πιο αλλόκοτο από το άλλο, κάτι σαν τους άθλους του Ηρακλή. Στην αρχή οι αποστολές ήταν αρκετά μικρές, για παράδειγμα, ξερίζωσε τρεις τούφες απ' τα μαλλιά σου, βαθμιαία όμως γινόντουσαν όλο και πιο ακραίες, εξελίχτηκαν σε προσταγές να βλάψω τον εαυτό μου, και σε μια ιδιαίτερα δραματική εντολή:

«Βλέπεις αυτόν τον καθηγητή;» «Βλέπεις κι αυτό το ποτήρι με το νερό;» «Ε, πήγαινε εκεί και ρίξε το νερό πάνω του μπροστά σε όλους τους φοιτητές.»

Κάτι που βασικά έκανα και που, περιττό να το πω, δε με κατέστησε ιδιαίτερα προσφιλή στη σχολή μου.

Δημιουργήθηκε στην ουσία ένας φαύλος κύκλος φόβου, αποφυγής, δυσπιστίας και παρανόησης, κι ήταν μια μάχη μέσα στην οποία ένοιωθα αδύναμη κι ανίκανη να επαναφέρω ένα είδος γαλήνης και συμφιλίωσης.

Μέσα σε δυο χρόνια η κατάσταση χειροτέρεψε δραματικά. Είχα αποκτήσει πλέον όλο το ξέφρενο ρεπερτόριο: τρομακτικές φωνές, αποκρουστικές οπτασίες, αλλόκοτες, ατίθασες παραισθήσεις. Η κατάσταση της ψυχικής μου υγείας αποτέλεσε καταλύτη προκαταλήψεων, λεκτικής βίας, σωματικής και σεξουαλικής κακοποίησης, και άκουσα και το εξής από τον ψυχίατρό μου, «Έλεανορ, θα 'ταν καλύτερα αν είχες καρκίνο, γιατί ο καρκίνος θεραπεύεται πιο εύκολα από τη σχιζοφρένεια.» Με διέγνωσαν, μου έδωσαν φάρμακα, με πέταξαν στο περιθώριο και ήμουν στο μεταξύ τόσο ταλαιπωρημένη από τις φωνές, που αποπειράθηκα ν' ανοίξω μια τρύπα στο κεφάλι μου για να τις αφαιρέσω.

Όταν σήμερα σκέφτομαι τα χρόνια εκείνα της φθοράς και της απόγνωσης, θαρρώ πως κάποιος πέθανε σ' εκείνο το σημείο, αλλά και κάποιος άλλος σώθηκε. Ένας εξουθενωμένος και βασανισμένος άνθρωπος ξεκίνησε εκείνο το ταξίδι όμως ο άνθρωπος που αναδείχθηκε επέζησε όλων αυτών των δεινών και κατάφερε να εξελιχτεί και να ακολουθήσει τον προορισμό του.

Στη ζωή μου μ' έβλαψαν πολλοί άνθρωποι και τους θυμάμαι όλους, αλλά οι αναμνήσεις αυτές ξεθωριάζουν όταν σκέφτομαι τους ανθρώπους που με βοήθησαν. Άτομα που άκουγαν φωνές όπως κι εγώ, αλλά τα κατάφεραν, έμπιστοι φίλοι και συνεργάτες, η μητέρα που δε σταμάτησε ποτέ της να πιστεύει σε μένα, που ήξερε ότι μια μέρα θα επέστρεφα κοντά της και που μπορούσε να περιμένει όσο χρόνο κι αν χρειαζόταν, ο γιατρός που συνεργάστηκε μαζί μου για πολύ σύντομο χρονικό διάστημα, που όμως δεν μπορούσε να κάνει πιο σαφή την πεποίθησή του ότι η ανάκαμψη μου δεν ήταν μόνο πιθανή, αλλά αναπόφευκτη, και που κατά τη διάρκεια μιας ανυπόφορης υποτροπής μίλησε στην τρομοκρατημένη οικογένειά μου και τους είπε, «Μην απελπίζεστε. Πιστεύω ότι η Έλεανορ μπορεί να το ξεπεράσει. Ξέρετε, καμιά φορά, το χιόνι κρατάει μέχρι και το Μάιο, αλλά στο τέλος έρχεται πάντα το καλοκαίρι.»

Δεκατέσσερα λεπτά δεν είναι αρκετά για να τιμήσω επαρκώς αυτούς τους καλούς και μεγαλόψυχους ανθρώπους που πάλεψαν μαζί με εμένα και για εμένα και περίμεναν να καλωσορίσουν την επιστροφή μου απ' αυτό το μαρτυρικό και μοναχικό μέρος. Όλοι μαζί διαμόρφωσαν μια ασπίδα κουράγιου, δημιουργικότητας, αξιοπρέπειας και ακλόνητης πίστης ότι ο συντετριμμένος μου εαυτός μπορούσε να θεραπευτεί και να σωθεί. Συνήθιζα να λέω ότι αυτοί οι άνθρωποι με έσωσαν, αλλά τώρα ξέρω ότι έκαναν κάτι πολύ πιο σημαντικό. Μου έδωσαν τη δύναμη να σώσω μόνη μου τον εαυτό μου και με βοήθησαν να κατανοήσω αυτό για το οποίο πάντα έτρεφα υποψίες: ότι οι φωνές αποτελούσαν μια εποικοδομητική αντίδραση σε τραυματικά γεγονότα της ζωής μου, ιδιαιτέρως γεγονότα της παιδικής μου ηλικίας, κι έτσι οι φωνές δεν ήταν εχθροί μου αλλά με βοηθούσαν να αποκτήσω επίγνωση των συναισθηματικών μου προβλημάτων.

Στην αρχή, βέβαια, μου ήταν πολύ δύσκολο να το πιστέψω, γιατί οι φωνές έμοιαζαν πολύ εχθρικές κι απειλητικές, αν μη τι άλλο, κι έτσι το πρώτο σημαντικό βήμα που έκανα ήταν να μάθω να ερμηνεύω μεταφορικά αυτά που παλιότερα ερμήνευα ως κυριολεκτική αλήθεια. Έτσι για παράδειγμα, οι φωνές που απειλούσαν πως θα επιτεθούν στο σπίτι μου ερμηνεύονταν πλέον ως η δικιά μου αίσθηση φόβου κι ανασφάλειας μέσα στον κόσμο, κι όχι ως ένας πραγματικός, αντικειμενικός κίνδυνος.

Παλιότερα, θα τις πίστευα. Θυμάμαι, για παράδειγμα, ένα βράδυ που καθόμουν σε επιφυλακή έξω απ' το δωμάτιο των γονιών μου για να τους προστατέψω από τις αληθινές, όπως τις αντιλαμβανόμουν τότε, απειλές των φωνών. Γιατί είχα τέτοια τάση να αυτοτραυματίζομαι που οι γονείς μου είχαν κρύψει όλα τα μαχαιροπίρουνα στο σπίτι κι έτσι κατέληξα οπλισμένη με ένα πλαστικό πιρούνι, απ' αυτά που είναι για πικνίκ, και καθόμουν έξω απ' το δωμάτιο κρατώντας το πιρούνι σφιχτά κι έτοιμη να δράσω σε περίπτωση που συνέβαινε κάτι Ήταν σαν να λέω, «Μην τα βάζετε μαζί μου. Κρατάω πλαστικό πιρούνι, δε βλέπετε;» Στρατηγική.

Αλλά μια μεταγενέστερη αντίδρασή μου, και πολύ πιο χρήσιμη, ήταν να προσπαθώ να αποκωδικοποιώ το κρυμμένο μήνυμα πίσω από τις λέξεις κι έτσι όταν οι φωνές με προειδοποιούσαν να μη βγω απ' το σπίτι τότε θα τις ευχαριστούσα που εφιστούσαν την προσοχή μου στο πόσο ανασφαλής ένοιωθα — γιατί αν είχα συνείδηση της ανασφάλειάς μου, θα μπορούσα να κάνω κάτι προς βελτίωση, κι έπειτα καθησύχαζα τις φωνές αλλά και τον εαυτό μου, ότι ήμασταν ασφαλείς και ότι δεν υπήρχε πια λόγος να φοβόμαστε. Έθετα πλέον όρια στις φωνές και όταν αλληλεπιδρούσα μαζί τους προσπαθούσα να τους επιβάλλομαι αλλά και να τις σέβομαι, ανοίγοντας σιγά σιγά μια νέα δίοδο επικοινωνίας και συνεργασίας μέσω της οποίας μπορούσαμε να μάθουμε να συνεργαζόμαστε και να αλληλοϋποστηριζόμαστε.

Μέσα απ' όλ' αυτά, συνειδητοποίησα τελικά ότι κάθε φωνή ήταν στενά συνδεδεμένη με πλευρές του εαυτού μου και ότι κάθε μια τους κουβαλούσε δυσβάσταχτα συναισθήματα που ποτέ μου δεν είχα την ευκαιρία να επεξεργαστώ ή να αναλύσω, σεξουαλικά τραύματα, αναμνήσεις κακοποίησης, θυμού, ντροπής, τύψεων, χαμηλής αυτοεκτίμησης. Οι φωνές είχαν πάρει τη θέση όλου αυτού του πόνου και τον είχαν αντικαταστήσει με λέξεις, και ίσως μια από τις μεγαλύτερες αποκαλύψεις ήταν όταν αντιλήφθηκα ότι οι πιο εχθρικές και επιθετικές φωνές αντιπροσώπευαν στην πραγματικότητα αυτές τις πλευρές του εαυτού μου, οι οποίες είχαν πληγωθεί πιο βαθιά, κι έτσι, ήταν οι φωνές στις οποίες έπρεπε να δείξω περισσότερη συμπόνια και περισσότερο ενδιαφέρον.

Ήταν η γνώση αυτή τελικά που με βοήθησε να μαζέψω τα κομμάτια του εαυτού μου, κάθε κομμάτι και μια διαφορετική φωνή, να σταματήσω να παίρνω φάρμακα και να επιστρέψω στην ψυχιατρική, από μια άλλη πλευρά αυτή τη φορά. Δέκα χρόνια μετά την πρώτη άφιξη της φωνής, τελείωσα τη σχολή, με το μεγαλύτερο βαθμό στην ψυχολογία που είχε δώσει ποτέ το πανεπιστήμιο, κι ένα χρόνο μετά. το μεγαλύτερο βαθμό στο μεταπτυχιακό, που εδώ που τα λέμε δεν είναι κι άσχημα για μια τρελή. Μάλιστα, μια απ' τις φωνές μου υπαγόρευε τις απαντήσεις κατά τη διάρκεια της εξέτασης, που τεχνικά μάλλον μετράει σαν αντιγραφή.

(Γέλια)

Και για να είμαι ειλικρινής, κάποιες φορές μου άρεσε η προσοχή που μου έδειχναν. Όπως είχε πει κι ο Όσκαρ Ουάιλντ, το χειρότερο πράγμα από το να μιλάνε για σένα, είναι να μη μιλάνε για σένα. Επίσης, γίνεσαι και πολύ καλός στο να κρυφακούς καθώς αποκτάς την ικανότητα να ακούς δύο συζητήσεις ταυτόχρονα. Συνεπώς, ουδέν κακό αμιγές καλού.

Δούλεψα σε οργανισμούς παροχής υπηρεσιών ψυχικής υγείας μίλησα σε συνέδρια, συμμετείχα σε εκδόσεις βιβλίων και ακαδημαϊκών άρθρων και υποστήριξα, και συνεχίζω να υποστηρίζω, το πόσο σωστή είναι η ακόλουθη ιδέα: ότι η σημαντική ερώτηση στην ψυχιατρική δε θα 'πρεπε να είναι τι πρόβλημα έχει κάποιος αλλά τι του έχει συμβεί στο παρελθόν. Στο μεταξύ, συνέχιζα να ακούω τις φωνές, με τις οποίες έμαθα τελικά να συμβιώνω αρμονικά και με αλληλοσεβασμό και με τη σειρά τους άρχισαν να αντανακλούν μια ολοένα κι εντονότερη αίσθηση συμπάθειας, αποδοχής και σεβασμού προς τον εαυτό μου. Θυμάμαι την πιο συγκινητική κι εκπληκτική στιγμή που έζησα όταν βοηθούσα μια άλλη νεαρή κοπέλα που ήταν τρομοκρατημένη απ' τις δικές της φωνές και που για πρώτη φορά συνειδητοποίησα πλήρως ότι προσωπικά είχα σταματήσει να αισθάνομαι άσχημα και μπορούσα πλέον να προσφέρω βοήθεια σε κάποιον άλλον.

Σήμερα, είμαι πολύ περήφανη που είμαι μέλος του Intervoice, του οργανωτικού φορέα τoυ Διεθνούς Κινήματος Ακρόασης Φωνών, μια πρωτοβουλία εμπνευσμένη από το έργο του Καθηγητή Μάριους Ρομ και της ψυχιάτρου Σάντρα Έσερ, που δείχνει ότι το άκουσμα φωνών αποτελεί μηχανισμό επιβίωσης, μια υγιή αντίδραση σε μη υγιείς συνθήκες, όχι ως μια αποκλίνουσα συμπεριφορά, σύμπτωμα της σχιζοφρένειας, αλλά ως μια πολύπλοκη, σημαντική κι εποικοδομητική εμπειρία προς εξερεύνηση. Μαζί, οραματιζόμαστε και προσπαθούμε να δημιουργήσουμε μια κοινωνία που κατανοεί και σέβεται την ακρόαση φωνών, υποστηρίζει τις ανάγκες των ατόμων που ακούνε φωνές και τους αναγνωρίζει ως ισάξιους πολίτες. Αυτό το πρότυπο κοινωνίας δεν είναι απλώς κάτι που μπορεί να εφαρμοστεί, βρίσκεται ήδη καθ' οδόν. Όπως είπε κι ο Σέζαρ Τσάβεζ, άπαξ και ξεκινήσει η κοινωνική αλλαγή, δεν μπορεί να αναστραφεί. Δεν μπορείς να ταπεινώσεις τον άνθρωπο που αισθάνεται περήφανος. Δεν μπορείς να καταπιέσεις τους ανθρώπους που δε φοβούνται πια.

Για μένα, τα επιτεύγματα του Κινήματος Ακρόασης Φωνών αποτελούν υπενθύμιση πως η συμπάθεια, η αλληλεγγύη, η δικαιοσύνη κι ο σεβασμός δεν είναι απλώς λέξεις, είναι ηθικές αρχές και πεποιθήσεις, κι αυτές οι πεποιθήσεις μπορούν ν' αλλάξουν τον κόσμο. Τα τελευταία 20 χρόνια, το Κίνημα Ακρόασης Φωνών έχει δημιουργήσει δίκτυα ακρόασης φωνών σε 26 χώρες, σε πέντε ηπείρους, τα οποία συνεργάζονται για την προώθηση της αξιοπρέπειας, της αλληλεγγύης και της χειραφέτησης των ατόμων που έχουν υποστεί κάποια ψυχική οδύνη, καθώς και για τη δημιουργία μιας νέας γλώσσας και άσκησης ελπίδας, όπου στο κέντρο της τοποθετείται η ακλόνητη πίστη στη δύναμη του ατόμου.

Όπως έχει πει κι ο Πίτερ Λεβίν, ο άνθρωπος είναι ένα μοναδικό είδος προικισμένο με την ενστικτώδη ικανότητα να θεραπεύεται και τη νοητική δύναμη να τιθασεύει την έμφυτη αυτή ικανότητα. Απ' αυτή την άποψη, δεν υπάρχει μεγαλύτερη τιμή και προνόμιο για τα μέλη της κοινωνίας απ' το να διευκολύνουν αυτή τη διεργασία θεραπείας για κάποιον, να σταθούν μάρτυρες, να απλώσουν ένα χέρι βοήθειας, να μοιραστούν το βάρος των δεινών του και να διατηρούν την ελπίδα τους για την ανάκαμψή τους. Και παρομοίως, για όλους όσους κατάφεραν να ξεπεράσουν τα δεινά και τις δοκιμασίες, πρέπει να θυμόμαστε ότι, δεν πρέπει ν' αφήνουμε τη ζωή μας να καθορίζεται για πάντα απ' τις συμφορές που μας έχουν συμβεί. Είμαστε μοναδικοί. Είμαστε αναντικατάστατοι. Κανείς στ' αλήθεια δεν μπορεί ν' αποικήσει, να διαστρεβλώσει ή ν' αφαιρέσει αυτά που βρίσκονται μέσα μας. Το φως δε σβήνει ποτέ.

Όπως μου είπε μια φορά ένας υπέροχος γιατρός, «Μη μου λες τι έχουν πει οι άλλοι για σένα. Πες μου για σένα.»

Ευχαριστώ.

(Χειροκρότημα)