Αυτή είναι η φωτογραφία του Μωρίς Ντρουόν, του Επίτιμου Ισόβιου Γραμματέα της L' Academie francaise -- της Γαλλικής Ακαδημίας. Είναι μεγαλόπρεπα ενδεδυμένος με το κόστους 68.000 δολλαρίων κοστούμι του, ανταποκρινόμενος στο ρόλο που διαδραματίζει η Γαλλική Ακαδημία ως νομοθέτης της ορθής χρήσης των Γαλλικών και της συνέχισης της γλώσσας. Η Γαλλική Ακαδημία υπηρετεί δύο σκοπούς: σταχυολογεί ένα λεξικό της επίσημης Γαλλικής γλώσσας -- αυτή τη στιγμή επεξεργάζονται την ένατη έκδοσή του, το οποίο ξεκίνησαν το 1930, και έχουν φτάσει μέχρι στιγμής έως το γράμμα Π. Επίσης, θεσπίζουν κανόνες αναφορικά με την ορθή χρήση [της γλώσσας] όπως είναι για παράδειγμα η εξεύρεση του κατάλληλου όρου γι' αυτό που οι Γάλλοι αποκαλούν "email", ο οποίος θα πρέπει να είναι η λέξη "courriel". Έχει υπαγορευθεί στους Γάλλους ότι ο όρος Παγκόσμιος Ιστός [παγκοσμίως γνωστός με τον αγγλικό όρο World Wide Web] θα πρέπει να αναφέρεται ως "la toile d'araignee mondiale" -- ο Παγκόσμιος Ιστός της Αράχνης -- υποδείξεις τις οποίες οι Γάλλοι ευχαρίστως αγνοούν.
Αυτό, τώρα, είναι μόνο ένα μοντέλο του πώς διαμορφώνεται η γλώσσα: δηλαδή, με το να νομοθετείται από μία ακαδημία. Οποιοσδήποτε όμως ασχολείται με τη γλώσσα αντιλαμβάνεται ότι κάτι τέτοιο αποτελεί μία μάλλον ανόητη έπαρση ότι η γλώσσα περισσότερο αναδύεται από ανθρώπινα μυαλά που αλληλεπιδρούν το ένα με το άλλο. Και αυτό είναι εμφανές στις ασταμάτητες μεταβολές στις οποίες υπόκειται η γλώσσα -- (είναι εμφανές) από το γεγονός ότι έως τη στιγμή που η Ακαδημία θα έχει ολοκληρώσει το λεξικό της, αυτό θα είναι ήδη ξεπερασμένο.
Το αντιλαμβανόμαστε στη συνεχή παρουσία της αργκό και της ειδικής επαγγελματικής ορολογίας, στις ιστορικές μεταβολές των γλωσσών, στην απόκλιση των διαλέκτων και στη διαμόρφωση νέων γλωσσών. Έτσι, η γλώσσα δεν είναι τόσο πολύ δημιουργός ή διαμορφωτής της ανθρώπινης φύσης όσο ένα παράθυρο προς την ανθρώπινη φύση. Σε ένα βιβλίο το οποίο αυτή την περίοδο συγγράφω, ευελπιστώ χρησιμοποιώντας τη γλώσσα να φωτίσω ορισμένες πλευρές την ανθρώπινης φύσης, συμπεριλαμβανομένου του γνωσιακού μηχανισμού με τη βοήθεια του οποίου οι άνθρωποι διαμορφώνουν αντίληψη του κόσμου καθώς και των σχεσιακών τύπων που διέπουν την ανθρώπινη αλληλεπίδραση. Και θα αναφερθώ συνοπτικά σε κάθε μία από αυτές σήμερα εδώ.
Επιτρέψτε μου να ξεκινήσω με ένα τεχνικό πρόβλημα αναφορικά με τη γλώσσα το οποίο με έχει προβληματίσει για αρκετό χρονικό διάστημα -- και ελπίζω να δείξετε ανεκτικότητα όσον αφορά το πάθος μου για τα ρήματα και το πώς αυτά χρησιμοποιούνται. Το πρόβλημα είναι το εξής: ποιο ρήμα ταιριάζει σε ποια σύνταξη; Το ρήμα αποτελεί το "σασί" της πρότασης, είναι το πλαίσιο επάνω στο οποίο συνδέονται τα υπόλοιπα τμήματα.
Επιτρέψτε μου να σας υπενθυμίσω συνοπτικά κάτι που έχετε ξεχάσει εδώ και πολύ καιρό. Ένα αμετάβατο ρήμα, όπως για παράδειγμα το "δειπνώ", δεν μπορεί να δεχτεί ένα άμεσο αντικείμενο. Θα πρέπει να πείτε, "ο Σαμ δείπνησε", όχι "ο Σαμ δείπνησε την πίτσα". Ένα μεταβατικό ρήμα αντιθέτως υποχρεώνει στην ύπαρξη ενός αντικειμένου εκεί: "ο Σαμ καταβρόχθισε την πίτσα". Δεν μπορείτε απλά να πείτε, "ο Σαμ καταβρόχθισε". Υπάρχουν πάρα πολλά ρήματα αυτού του τύπου, καθένα από τα οποία μορφοποιεί την πρόταση στην οποία περιέχεται. Άρα, ένα πρόβλημα που υπάρχει στο να εξηγήσει κάποιος πώς μαθαίνουν τα παιδιά τη γλώσσα, ένα πρόβλημα που υπάρχει στο να διδάξει κάποιος τη γλώσσα σε ενήλικες έτσι ώστε να μην υποπίπτουν σε γραμματικά λάθη και ένα πρόβλημα που υπάρχει στο να προγραμματίσει κάποιος υπολογιστές ώστε να χρησιμοποιούν τη γλώσσα είναι το εξής: ποιο ρήμα ταιριάζει σε ποια σύνταξη.
Για παράδειγμα, η δοτική σύνταξη στα Αγγλικά -- μπορείτε να πείτε, "Δώσε ένα μάφιν σε ένα ποντίκι", (αυτή είναι) η εμπρόθετη δοτική, ή "Δώσε τω ποντίκι [=αυθαίρετη μετεγγραφή της δοτικής των αρχαίων ελληνικών στη νέα ελληνική ελλείψει αντίστοιχης κλίσης. Στα νέα ελληνικά στη θέση της δοτικής χρησιμοποιείται η γενική: δώσε του ποντικιού] ένα μάφιν", η δοτική του διπλού-αντικειμένου [έμμεσου και άμεσου αντικειμένου], "Υποσχέσου τα πάντα σε αυτήν", "Υποσχέσου τη τα πάντα" και τα λοιπά. Εκατοντάδες ρήματα μπορούν να χρησιμοποιηθούν και με τους δύο τρόπους. Μία δελεαστική γενίκευση για ένα παιδί, για έναν ενήλικα ή για έναν υπολογιστή θα ήταν η εξής: κάθε ρήμα που μπορεί να εμφανιστεί στη σύνταξη, "υποκείμενο-ρήμα-αντικείμενο-προς παραλήπτη" θα μπορούσε επίσης να χρησιμοποιηθεί και στη σύνταξη "υποκείμενο-ρήμα-παραλήπτης-αντικείμενο". Αποτελεί μία εύχρηστη λύση, καθώς η γλώσσα είναι άπειρη, και δεν γίνεται απλά να παπαγαλίζετε τις προτάσεις που έχετε ακούσει. Θα πρέπει, λοιπόν, να προβείτε σε γενικεύσεις για να μπορείτε να παράγετε και να κατανοείτε νέες προτάσεις. Αυτό θα μπορούσε να αποτελέσει ένα παράδειγμα του πώς θα μπορούσατε να εφαρμόσετε έναν τέτοιο κανόνα στην πράξη.
Δυστυχώς, όμως, εδώ κάνουν την εμφάνισή τους ιδιοσυγκρασιακές εξαιρέσεις. Μπορείτε να πείτε, "ο Μπιφ οδήγησε το αυτοκίνητο στο Σικάγο", αλλά όχι, "ο Μπιφ οδήγησε τω Σικάγο το αυτοκίνητο". Μπορείτε να πείτε, "η Σαλ προκάλεσε τω Τζέϊσον πονοκέφαλο", αλλά είναι λίγο παράξενο να πείτε, "η Σαλ προκάλεσε πονοκέφαλο στον Τζέϊσον" [στα ελληνικά ισχύει το αντίστροφο]. Η λύση είναι ότι αυτές οι συντάξεις, παρά την αρχική τους εμφάνιση, δεν είναι συνώνυμες. Ότι όταν θέτει κάποιος στο μικροσκόπιο την ανθρώπινη γνωσιακή διαδικασία παρατηρεί ότι υπάρχει μία λεπτή διαφορά στο μεταξύ τους νόημα. Έτσι λοιπόν, η σύνταξη "Δώσε το Χ στον Υ" -- ανταποκρίνεται στην σκέψη "Κάνε το Χ να πάει στον Υ". Ενώ η σύνταξη "Δώσε τω Υ το Χ" ανταποκρίνεται στη σκέψη "Κάνε τον Υ να έχει το Χ".
Τώρα, πολλά γεγονότα μπορούν να εμπίπτουν και στις δύο ερμηνείες, όπως περίπου συμβαίνει και με τις κλασσικές αντίστροφες οπτικές απάτες στις οποίες μπορείτε είτε να επικεντρώσετε την προσοχή σας σε ένα συγκεκριμένο αντικείμενο, περίπτωση κατά την οποία ο χώρος που το περιβάλλει διαφεύγει της προσοχής, είτε μπορείτε να δείτε τα πρόσωπα στον κενό χώρο, περίπτωση κατά την οποία το αντικείμενο διαφεύγει των αισθήσεων. Πώς, λοιπόν, αντικατοπτρίζονται αυτές οι ερμηνείες στη γλώσσα; Λοιπόν, και στις δύο περιπτώσεις, το πράγμα που θεωρείται ότι επηρεάζεται εκφράζεται ως άμεσο αντικείμενο: το ουσιαστικό μετά το ρήμα. Όταν, λοιπόν, σκέφτεστε το γεγονός με την έννοια του ότι κάνετε το μάφιν να πάει κάπου -- όπου κάνετε κάτι στο μάφιν -- τότε πρέπει να πείτε, "Δώσε το μάφιν στο ποντίκι". Όταν όμως ερμηνεύετε ως "κάνε το ποντίκι να έχει κάτι", κάνετε κάτι στο ποντίκι, και γι' αυτό το λόγο, πρέπει να το εκφράσετε ως "Δώσε τω ποντίκι το μάφιν".
Επομένως το ποια ρήματα αντιστοιχούν σε ποια σύνταξη -- το αυθεντικό πρόβλημα που έθεσα εξ αρχής -- εξαρτάται από το εάν το ρήμα καθορίζει κάποιο είδος κίνησης ή κάποια μεταβολή στην κατοχή (ενός αντικειμένου). Το να δίνεις κάτι αφορά τόσο το να κάνεις κάτι να πηγαίνει κάπου όσο και το να κάνεις κάποιον να έχει κάτι. Το να οδηγείς το αυτοκίνητο κάνει απλώς κάτι να πηγαίνει κάπου, γιατί το Σικάγο δεν είναι το πράγμα εκείνο το οποίο μπορεί να κατέχει κάτι. Μόνο τα ανθρώπινα όντα μπορούν να κατέχουν αντικείμενα. Και το να προκαλείς πονοκέφαλο σε κάποιον ναι μεν κάνει κάποιον να έχει πονοκέφαλο, αλλά αυτό δεν σημαίνει ότι παίρνεις τον πονοκέφαλο από το δικό σου κεφάλι και τον κάνεις να μεταφερθεί στο άλλο πρόσωπο και μετά κανονίζεις να τον τοποθετήσεις μέσα στο κεφάλι του. Μπορεί να είσαι θορυβώδης ή ενοχλητικός, ή με κάποιον άλλο τρόπο να του προκαλείς πονοκέφαλο. Αυτό, λοιπόν, είναι ένα παράδειγμα του αντικειμένου με το οποίο ασχολούμαι στην καθημερινή μου εργασία.
Γιατί όμως να απασχολούν τέτοιου είδους ζητήματα κάποιον; Γιατί νομίζω ότι υπάρχουν πολλά ενδιαφέροντα συμπεράσματα που συνάγονται από αυτή καθώς και από πολλές παρόμοιες αναλύσεις εκατοντάδων ρημάτων της Αγγλικής γλώσσας. Αρχικά, υπάρχει κάποιο επίπεδο λεπτεπίλεπτης εννοιολογικής δομής, το οποίο αυτόματα και ασυνείδητα όλοι μας υπολογίζουμε κάθε φορά που παράγουμε ή εκφέρουμε μία πρόταση, το οποίο ελέγχει την εκ μέρους μας χρήση της γλώσσας. Μπορείτε να εκλάβετε αυτό το μηχανισμό ως τη γλώσσα της σκέψης ή αλλιώς "Γλώσσα της Νόησης" [μία υποθετική γλώσσα όπου οι έννοιες και οι προτάσεις αναπαριστάνονται στο νου χωρίς λέξεις] .
Φαίνεται να βασίζεται σε ένα πάγιο σύνολο εννοιών το οποίο ελέγχει ένα πλήθος συντάξεων και εκατοντάδες ρημάτων -- όχι μόνο στην Αγγλική γλώσσα αλλά και σε όλες τις άλλες γλώσσες -- θεμελιώδεις έννοιες όπως ο χώρος, ο χρόνος, η αιτιότητα και η ανθρώπινη πρόθεση -- όπως, ποια είναι τα μέσα και ποιοι είναι οι σκοποί; Αυτά αποτελούν υπόμνηση των κατηγοριών που παρουσίασε ο Ιμμάνουελ Κάντ ως το βασικό πλαίσιο για την ανθρώπινη σκέψη, και είναι ενδιαφέρον το ότι η ασύνειδη χρήση της γλώσσας εκ μέρους μας φαίνεται να αντικατοπτρίζει αυτές τις Καντιανές κατηγορίες -- δεν ενδιαφέρεται για τις αντιληπτικές ποιότητες, όπως είναι το χρώμα, η υφή, το βάρος και η ταχύτητα, οι οποίες σχεδόν ποτέ δεν διαφοροποιούν τη χρήση των ρημάτων στις διάφορες συντάξεις.
Μία επιπρόσθετη διαφοροποίηση αποτελεί και το ότι όλες οι συντάξεις στην Αγγλική γλώσσα χρησιμοποιούνται όχι μόνο κυριολεκτικά, αλλά και με έναν ημι-μεταφορικό τρόπο. Για παράδειγμα, η σύνταξη στην οποία αναφέρθηκα προηγουμένως, η δοτική, χρησιμοποιείται όχι μόνο όταν πρόκειται να δηλώσει τη μεταφορά πραγμάτων αλλά χρησιμοποιείται και στη μετάδοση ιδεών κατά μεταφορικό τρόπο, όπως όταν λέμε, "Είπε μία ιστορία σε μένα" ή " είπε μοι μία ιστορία", "ο Μαξ διδάσκει Ισπανικά στους μαθητές" ή "διδάσκει τοις μαθηταις Ισπανικά". Πρόκειται για την ίδια ακριβώς σύνταξη, μόνο που δεν υπάρχουν μάφινς, ούτε ποντίκια. Τίποτε που να κινείται. Φέρνει στο νου "τη μεταφορά του περιέχοντος" της επικοινωνίας, σύμφωνα με την οποία αντιλαμβανόμαστε τις ιδέες ως αντικείμενα, τις προτάσεις ως δοχεία, και την επικοινωνία σαν ένα είδος αποστολής -- όπως όταν λέμε ότι "συγκεντρώνουμε" τις ιδέες μας για να τις "βάλουμε" "σε" λέξεις, και εάν τα λόγια μας δεν είναι "κενά" ή "κούφια", μπορεί να "περάσουμε" αυτές τις ιδέες σε κάποιον ακροατή ο οποίος θα "ξεπακετάρει" τα λόγια μας για να "εξαγάγει" αυτό το "περιεχόμενο".
Αυτού του είδους η φρασεολογία δεν αποτελεί εξαίρεση, αλλά τον κανόνα. Είναι πολύ δύσκολο να βρει κάποιος οποιοδήποτε παράδειγμα αφηρημένης γλώσσας που να μη βασίζεται σε κάποια συγκεκριμένη μεταφορά. Για παράδειγμα, μπορείτε να χρησιμοποιήσετε το ρήμα "πηγαίνω" και τις προθέσεις "προς" και "από" με ένα κυριολεκτικό χωρικό νόημα: "Ο αγγελιαφόρος πήγε από το Παρίσι στην Κωνσταντινούπολη". Μπορείτε, όμως, επίσης να πείτε, "ο Μπιφ ανάρρωσε" [πήγε από την αρρώστια στην ίαση]. Δεν χρειάστηκε να πάει κάπου. Θα μπορούσε να βρίσκεται στο κρεβάτι του όλη την ώρα, αλλά είναι σαν η υγεία του να είναι ένα σημείο σε δημόσιο χώρο το οποίο αντιλαμβάνεστε ως κινούμενο. Ή, "Η σύσκεψη μεταφέρθηκε από τις τρεις στις τέσσερις", πρόταση στην οποία συλλαμβάνουμε τον χρόνο ως τεντωμένο επάνω σε ένα σκοινί. Παρομοίως, χρησιμοποιούμε τη λέξη δύναμη για να υποδηλώσουμε όχι μόνο φυσική δύναμη, όπως στην πρόταση "Η Ρόουζ έσπρωξε την πόρτα για να ανοίξει", αλλά και διαπροσωπική ισχύ, όπως στην πρόταση "η Ρόουζ ανάγκασε τη Σάντυ να φύγει" -- όχι απαραιτήτως σπρώχνοντάς την, αλλά εκτοξεύοντας κάποια απειλή -- ή όπως στην πρόταση "η Ρόουζ ανάγκασε τον εαυτό της να φύγει", σαν να υπήρχαν δύο οντότητες μέσα στο κεφάλι της Ρόουζ παγιδευμένες σε μία διελκυστίνδα.
Το δεύτερο συμπέρασμα είναι ότι η ικανότητα να συλλαμβάνουμε ένα δεδομένο γεγονός με δύο διαφορετικούς τρόπους, όπως στις περιπτώσεις "κάνε κάτι να πάει σε κάποιον", και "κάνοντας κάποιον να έχει κάτι", νομίζω ότι αποτελεί θεμελιώδες χαρακτηριστικό της ανθρώπινης σκέψης, και είναι η βάση για την ανάπτυξη αρκετής επιχειρηματολογίας, στο πλαίσιο της οποίας οι άνθρωποι δεν διαφωνούν τόσο πολύ ως προς τα γεγονότα αλλά ως προς την ερμηνεία τους. Για να σας δώσω μερικά παραδείγματα: (η πρόταση) "τερματισμός μίας εγκυμοσύνης" έναντι (της πρότασης) "φόνος ενός εμβρύου" (η πρόταση) "μία σφαίρα κυττάρων" έναντι (της πρότασης) "ένα αγέννητο παιδί", (η πρόταση) "εισβολή στο Ιράκ" έναντι (της πρότασης) "απελευθέρωση του Ιράκ", (η πρόταση) "αναδιανομή του πλούτου" έναντι (της πρότασης) "δήμευση περιουσιών". Και πιστεύω ότι μία γενικότερη αντιμετώπιση του θέματος θα λάμβανε σοβαρά υπόψη το γεγονός ότι μεγάλο μέρος της φρασεολογίας μας αναφορικά με τα αφηρημένα γεγονότα βασίζεται σε μία συγκεκριμένη μεταφορά. Θα αντιμετώπιζε την ίδια την ανθρώπινη ευφυΐα σαν να αποτελούνταν από ένα ρεπερτόριο εννοιών -- όπως αντικείμενα, χώρος, χρόνος, αιτιότητα και πρόθεση -- οι οποίες είναι χρήσιμες σε ένα κοινωνικό, σύντονο προς τη γνώση είδος, την εξέλιξη του οποίου μπορείτε πολύ καλά να φανταστείτε, και από μία διαδικασία μεταφορικής αφαίρεσης που μας επιτρέπει να αποφορτίσουμε αυτές τις έννοιες από το αυθεντικό εννοιολογικό τους περιεχόμενο -- το χώρο, τον χρόνο και τη δύναμη -- και να τις εφαρμόσουμε σε νέα αφηρημένα πεδία, και κατά αυτό τον τρόπο επιτρέπει σε ένα είδος που εξελίχθηκε για να ασχολείται με πέτρες και εργαλεία και ζώα να συλλαμβάνει τα μαθηματικά, τη φυσική, το νόμο και άλλα αφηρημένα πεδία.
Λοιπόν, είπα ότι θα μιλούσα για δύο παράθυρα στην ανθρώπινη φύση: (αναφέρθηκα ήδη σ) τον γνωσιακό μηχανισμό με τον οποίο συλλαμβάνουμε τον κόσμο, και τώρα θα πω μερικά λόγια για τους σχεσιακούς τύπους που διέπουν την ανθρώπινη κοινωνική αλληλεπίδραση, πάλι, όπως αυτή αντανακλάται στη γλώσσα. Και θα ξεκινήσω με ένα παζλ: το παζλ των νόμων του έμμεσου λόγου. Τώρα, είμαι σίγουρος ότι πολλοί από εσάς θα έχουν δει την ταινία "Φάργκο". Και ίσως να θυμάστε την σκηνή στην οποία ο απαγωγέας καλείται να σταματήσει στην άκρη του δρόμου από έναν αστυνομικό, του ζητείται να επιδείξει την άδεια οδήγησής του και βγάζει το πορτοφόλι του με ένα χαρτονόμισμα των 50 δολλαρίων να προεξέχει από αυτό σε ελαφρά γωνία. Και λέει, "Απλώς σκεφτόμουν ότι θα μπορούσαμε να το τακτοποιήσουμε αυτό εδώ στο Φάργκο" -- κάτι το οποίο όλοι, συμπεριλαμβανομένου του κοινού, ερμηνεύουν ως συγκεκαλυμμένη απόπειρα δωροδοκίας. Η γλώσσα βρίθει από αυτού του είδους τον έμμεσο λόγο. Για παράδειγμα, στις ευγενώς εκπεφρασμένες παρακλήσεις, εάν κάποιος πει, "Εάν θα μπορούσατε να μου δώσετε τη γουακαμόλη, [κρύο Μεξικάνικο πιάτο από θρυμματισμένο αβοκάντο] αυτό θα ήταν θαυμάσιο", γνωρίζουμε ακριβώς τι εννοεί, αν και αυτό αποτελεί μία μάλλον παράξενα διατυπωμένη ιδέα.
"Θα ήθελες να έρθεις επάνω να δεις τη συλλογή μου από γκραβούρες;" Νομίζω ότι οι περισσότεροι άνθρωποι αντιλαμβάνονται την πρόθεση πίσω από αυτή την πρόταση. Και κατά τον ίδιο τρόπο, εάν κάποιος πει, "Ωραίο μαγαζί έχεις. Θα ήταν αληθινά κρίμα εάν πάθαινε κάτι" -- (Γέλια) αντιλαμβανόμαστε την πρόταση αυτή ως συγκεκαλυμμένη απειλή, παρά ως μία έκφραση υποθετικών πιθανοτήτων. Άρα το παζλ είναι το εξής: γιατί οι δωροδοκίες, οι ευγενείς παρακλήσεις, οι ανήθικες προτάσεις και οι απειλές παρουσιάζονται τόσο συχνά συγκεκαλυμμένες; Κανείς δεν εξαπατάται -- και οι δύο πλευρές γνωρίζουν ακριβώς τι εννοεί ο ομιλητής, και ο ομιλητής γνωρίζει ότι ο ακροατής γνωρίζει ότι ο ομιλητής γνωρίζει ότι ο ακροατής γνωρίζει και ούτω καθεξής. Τι συμβαίνει λοιπόν;
Νομίζω ότι η ιδέα κλειδί σε αυτή την περίπτωση είναι ότι η γλώσσα είναι ένα μέσο διαπραγμάτευσης των σχέσεων, και οι ανθρώπινες σχέσεις εμπίπτουν σε πλήθος τύπων. Υπάρχει μία σημαίνουσα ταξινόμηση από τον ανθρωπολόγο Άλαν Φίσκ, κατά την οποία οι σχέσεις μπορούν να κατηγοριοποιηθούν, λιγότερο ή περισσότερο, σε σχέσεις κοινότητας, οι οποίες εδράζονται στην αρχή " Ό,τι είναι δικό μου είναι δικό σου, ό,τι είναι δικό σου είναι δικό μου" -- το είδος τρόπου σκέψης που επικρατεί μέσα σε μία οικογένεια, για παράδειγμα -- σε σχέσεις κυριαρχίας, των οποίων κύρια αρχή είναι το " Μην παίζεις μαζί μου", σε σχέσεις αμοιβαιότητας: "Βοήθα με να σε βοηθώ να ανεβούμε το βουνό", και τέλος σε σεξουαλικές σχέσεις: κατά τα αθάνατα λόγια του Κόουλ Πόρτερ, "Ας το κάνουμε".
Τώρα, όμως, οι διάφοροι τύποι σχέσεων είναι διαπραγματεύσιμοι. Αν και υπάρχουν εξ ορισμού καταστάσεις στις οποίες μπορεί να εφαρμοστεί ένας από αυτούς τους τρόπους σκέψης αυτοί μπορούν να επεκταθούν και να εφαρμοστούν και αλλού. Για παράδειγμα, η σχέση κοινότητας εφαρμόζεται με τον πλέον φυσικό τρόπο μέσα στην οικογένεια ή στις φιλικές σχέσεις μπορεί, όμως, να χρησιμοποιηθεί για να προσπαθήσει κάποιος να προωθήσει τη νοοτροπία της συνεισφοράς σε ομάδες που υπό κανονικές συνθήκες δεν θα ήταν διατεθειμένες να την ασκήσουν -- για παράδειγμα, στις αδελφότητες [πανεπιστημιακές κοινότητες που αποτελούνται μόνο από άρρενες], στις γυναικείες αδελφότητες, σε ιδιωματισμούς όπως "η οικογένεια ( = είδος) του ανθρώπου [όπου η λέξη "man" που σημαίνει άνδρας χρησιμοποιείται για να υποδηλώσει και ολόκληρο το ανθρώπινο γένος] , προσπαθείς να κάνεις ανθρώπους που δεν σχετίζονται μεταξύ τους να εμπλακούν σε ένα τύπο σχέσης που κανονικά θα ταίριαζε στις σχέσεις στενής συγγένειας.
Αλλά οι αποτυχημένοι συνδυασμοί -- όταν, για παράδειγμα, ένα άτομο υποθέτει έναν τύπο σχέσης και το άλλο έναν διαφορετικό -- μπορεί να προκαλέσουν παρεξηγήσεις. Εάν πλησιάζατε και σερβιρίζατε τον εαυτό σας με μία γαρίδα από το πιάτο του αφεντικού σας για παράδειγμα, αυτό θα αποτελούσε μία αλλόκοτη κατάσταση. Ή έαν κάποιος καλεσμένος σε δείπνο μετά το δείπνο έβγαζε το πορτοφόλι του και προσφερόταν να σας πληρώσει το γεύμα αυτό θα ήταν αρκετά παράξενο επίσης. Σε λιγότερο κραυγαλέες περιπτώσεις εξακολουθεί να υπάρχει ένα είδος διαπραγμάτευσης που συχνά λαμβάνει χώρα. Στο χώρο εργασίας, για παράδειγμα, υπάρχει συχνά μία ένταση σχετικά με το εάν ένας υπάλληλος μπορεί να συναναστρέφεται με το αφεντικό ή εάν μπορεί να του / της απευθύνεται με το μικρό του / της όνομα. Εάν δύο φίλοι έχουν μία αμοιβαία συναλλαγή, όπως την πώληση ενός αυτοκινήτου, είναι ευρέως γνωστό ότι κάτι τέτοιο μπορεί να αποτελέσει την πηγή μίας έντασης ή μίας παρεξήγησης. Στα ερωτικά ραντεβού, η μετάβαση από μία φιλική σε μία σεξουαλική σχέση μπορεί να οδηγήσει, κατά διαβόητο τρόπο, σε διάφορες μορφές αμηχανίας όπως το ίδιο μπορεί να συμβεί και με την ανάπτυξη σεξουαλικών σχέσεων στο χώρο εργασίας κατά τις οποίες αποκαλούμε την αντιπαράθεση ανάμεσα σε μία σχέση κυριαρχίας και μία σεξουαλική σχέση ως "σεξουαλική παρενόχληση".
Όμως, πώς σχετίζεται κάτι τέτοιο με τη γλώσσα; Λοιπόν, η γλώσσα, ως κοινωνική συναλλαγή, θα πρέπει να ικανοποιεί δύο συνθήκες. Θα πρέπει να μεταδώσεις το πραγματικό περιεχόμενο -- σε αυτό το σημείο επιστρέφουμε στη μεταφορά του περιέχοντος. Θέλεις να εκφράσεις τη δωροδοκία, τη διαταγή, την υπόσχεση, την ανήθικη πρόταση και τα λοιπά -- θα πρέπει όμως και να διαπραγματευτείς και να διατηρήσεις το είδος της σχέσης που έχεις με το άλλο πρόσωπο. Η λύση, νομίζω, έγκειται στο ότι χρησιμοποιούμε τη γλώσσα σε δύο επίπεδα: η κυριολεκτική μορφή εμφαίνει την ασφαλέστερη σχέση με τον ακροατή, ενώ το υπονοούμενο περιεχόμενο -- η αντίληψη των υποκρυπτομένων την εκτέλεση της οποίας βασίζουμε στον ακροατή -- επιτρέπει στον ακροατή να αποκομίσει την ερμηνεία που είναι πιο σχετική με το συγκείμενο, κάτι το οποίο πιθανόν να εγκαινιάζει μία τροποποιημένη σχέση.
Το πιο απλό παράδειγμα αποτελεί η ευγενής παράκληση. Εάν εκφράσετε την παράκλησή σας με τη μορφή υποθετικού λόγου: "Εάν θα μπορούσατε να ανοίξετε το παράθυρο, αυτό θα ήταν θαυμάσιο", ακόμη και εάν το περιεχόμενο εκφράζεται ως προσταγή, το γεγονός ότι δεν χρησιμοποιείτε προστακτικό τόνο φωνής υποδηλώνει ότι δεν ενεργείτε ως εάν να εμπλέκεστε σε μία σχέση κυριαρχίας, όπου θα μπορούσατε να προϋποθέσετε την ενδοτικότητα του άλλου προσώπου. Από την άλλη πλευρά, θέλετε την αναθεματισμένη γουακαμόλη. Εκφράζοντας κάτι τέτοιο με τη μορφή μίας "εάν - τότε" πρότασης, μπορείτε να μεταδώσετε το μήνυμά σας κατά τρόπο κατανοητό χωρίς να εμφανίζεσθε σα να διατάζετε τα άλλα άτομα γύρω σας.
Και κατά έναν πιο δυσδιάκριτο τρόπο, νομίζω, ότι αυτό λειτουργεί και σε όλες τις περιπτώσεις συγκεκαλυμμένου λόγου που περιλαμβάνουν τη δυνατότητα αποποίησης των λεγομένων: στις περιπτώσεις, δηλαδή, δωροδοκιών, απειλών, προτάσεων, ανήθικων προτάσεων και τα λοιπά. Ένας τρόπος να στοχαστείτε σχετικά με αυτό είναι να εικάσετε πώς θα ήταν εάν η γώσσα θα μπορούσε να εκφράζει μόνο κυριολεκτικά νοήματα. Και μπορείτε να το σκεφτείτε αυτό με όρους ενός παιγνιο-θεωρητικού πλέγματος οφέλους. Τοποθετείστε τον εαυτό σας στη θέση του απαγωγέα που θέλει να δωροδοκήσει τον αστυφύλακα. Υπάρχει ένα υψηλό αντικείμενο διακύβευσης στις δύο πιθανότητες του να αντιμετωπίσετε έναν ανέντιμο αστυφύλακα ή έναν έντιμο αστυφύλακα. Εάν δεν δωροδοκήσετε τον αστυφύλακα, τότε θα λάβετε κλήση -- ή, όπως στην περίπτωση του "Φάργκο" κάτι χειρότερο -- είτε ο έντιμος αστυφύλακας είναι έντιμος είτε ανέντιμος: (κατά την παροιμία:) εάν δεν βρέξεις πόδια, δεν πιάνεις ψάρι. Σε αυτή την περίπτωση, οι συνέπειες είναι αρκετά σοβαρές. Από την άλλη πλευρά, εάν προτείνετε τη δωροδοκία, στην περίπτωση που ο αστυφύλακας είναι ανέντιμος κερδίζετε την ελευθερία σας. Στην περίπτωση, όμως, που ο αστυφύλακας είναι έντιμος, τιμωρείστε αυστηρά με σύλληψη για απόπειρα δωροδοκίας. Οπότε αυτή είναι μία αρκετά στενόχωρη κατάσταση.
Από την άλλη πλευρά, με τον έμμεσο λόγο, εάν εκφράσετε μία συγκεκαλυμμένη απόπειρα δωροδοκίας, τότε ο ανέντιμος αστυφύλακας μπορεί να την ερμηνεύσει ως απόπειρα δωροδοκίας, περίπτωση κατά την οποία αφήνεσθε ελεύθερος, ενώ ο έντιμος αστυφύλακας δεν μπορεί να προβεί σε σύλληψή σας με την κατηγορία της απόπειρας δωροδοκίας και γι' αυτό το λόγο μπαίνετε στον κόπο να λάβετε την κλήση. Έτσι λοιπόν επωφελείσθε και στις δύο περιπτώσεις. Και μία παρόμοια ανάλυση, νομίζω, μπορεί να εφαρμοστεί και στην ενδεχόμενη πρόκληση παρεξήγησης κατά την έκφραση μίας σεξουαλικά ανήθικης πρότασης, και σε άλλες περιπτώσεις όπου η δυνατότητα αποποίησης των λεγομένων αποτελεί ένα ατού. Νομίζω ότι αυτό επιβεβαιώνει κάτι που από καιρό είναι γνωστό στους διπλωμάτες -- ότι, δηλαδή, η αοριστία της γλώσσας, απέχοντας πολύ από το να αποτελεί κάποιο ελάττωμα ή κάποια ατέλεια, μπορεί στην πραγματικότητα να αποτελεί ένα χαρακτηριστικό της γλώσσας ένα χαρακτηριστικό το οποίο χρησιμοποιούμε προς όφελός μας στις κοινωνικές συναλλαγές.
Για να συνοψίσουμε λοιπόν: η γλώσσα είναι ένα συλλογικό ανθρώπινο δημιούργημα, που αντικατοπτρίζει την ανθρώπινη φύση -- τον τρόπο με τον οποίο αντιλαμβανόμαστε την πραγματικότητα, τον τρόπο με τον οποίο σχετιζόμαστε ο ένας με τον άλλο -- και αναλύοντας τις διάφορες ιδιοτροπίες και τις πολυπλοκότητες της γλώσσας νομίζω ότι διανοίγουμε ένα παράθυρο σε αυτό που είμαστε. Σας ευχαριστώ πολύ.
You can share this video by copying this HTML to your clipboard and pasting into your blog or web page. This video will play with subtitles.
You either have JavaScript turned off or have an old version of the Adobe Flash Player. To view this rating widget you
need to get the latest Flash player.
If your browser allows only "trusted sites" to execute Javascript, you should add the "googleapis.com" domain to your whitelist to allow our Flash detection to work properly.
Got an idea, question, or debate inspired by this talk? Start a TED Conversation.
Σε μία αποκλειστική προ-παρουσίαση του βιβλίου του "Το Υλικό της Σκέψης", ο Στήβεν Πίνκερ αναφέρεται στη γλώσσα και στο πώς αυτή εκφράζει τι συμβαίνει μέσα στο μυαλό μας - καθώς και τον τρόπο με τον οποίο οι λέξεις που επιλέγουμε επικοινωνούν πολύ περισσότερα από αυτά που τελικά νομίζουμε.
Linguist Steven Pinker questions the very nature of our thoughts -- the way we use words, how we learn, and how we relate to others. In his best-selling books, he has brought sophisticated language analysis to bear on topics of wide general interest. Full bio »
Translated into Greek by Eleni Zeniou
Reviewed by Giannis Kouskouras
Comments? Please email the translators above.
19:15 Posted: Sep 2007
Views 1,229,002 | Comments 504
02:15 Posted: Jun 2008
Views 322,751 | Comments 67
22:01 Posted: Jan 2007
Views 975,661 | Comments 293
Just follow the guidelines outlined under our Creative Commons license.
This comment will be attributed to . Not ? Sign Out.