Σήμερα, θα ήθελα να σας μιλήσω για τις εθνικές συγκρούσεις και τους εμφυλίους πολέμους Συνήθως δεν είναι και από τα πιο ευχάριστα θέματα και δεν δημιουργούν γενικά το είδος των καλών ειδήσεων που αναμένονται από αυτή τη συνάντηση. Παρόλα αυτά, όχι μόνο υπάρχουν τουλάχιστον κάποια καλά νέα που μπορούν να ειπωθούν για λιγότερες τέτοιες συγκρούσεις σήμερα από ότι δύο δεκαετίες πριν, αλλά αυτό που ίσως είναι πιο σημαντικό είναι πως έχουμε φτάσει στο σημείο να καταλαβαίνουμε καλύτερα τι μπορούμε να κάνουμε για να μειώσουμε τον αριθμό των εθνικών συγκρούσεων και των εμφυλίων πολέμων και τον πόνο που προκαλούν. Τρία πράγματα ξεχωρίζουν: ηγεσία, διπλωματία και θεσμικός σχεδιασμός Σε αυτό που θα επικεντρωθώ στην ομιλία μου είναι γιατί είναι σημαντικά, με ποιό τρόπο είναι σημαντικά και τι μπορούμε όλοι να κάνουμε για να σιγουρευτούμε πως θα συνεχίσουν να είναι σημαντικά με το σωστό τρόπο, δηλαδή, πως μπορούμε όλοι μας να συνεισφέρουμε στην ανάπτυξη και εξέλιξη των δεξιοτήτων των τοπικών και των παγκόσμιων αρχηγών για να κάνουν ειρήνη και να την κάνουν να διαρκέσει Αλλά, ας το πάρουμε από την αρχή
Οι εμφύλιοι πόλεμοι είναι στις ειδήσεις εδώ και πολλές δεκαετίες και συγκεκριμένα οι εθνικές συγκρούσεις παραμένουν μια συνεχής παρουσία σαν μέγιστη απειλή για τη διεθνή ασφάλεια Σχεδόν εδώ και δύο δεκαετίες τώρα, οι ειδήσεις είναι κακές και οι εικόνες στοιχειώνουν. Στη Γεωργία, μετά από χρόνια αδιεξόδου είδαμε μια πλήρους κλίμακας αναζωπύρωση της βίας τον Αύγουστο του 2008. Αυτή γρήγορα εξελίχτηκε σε έναν πόλεμο πέντε ημερών ανάμεσα στη Ρωσία και τη Γεωργία, αφήνοντας τη Γεωργία ακόμα πιο διασπασμένη. Στην Κένυα, οι αμφισβητούμενες προεδρικές εκλογές του 2007 -- απλά ακούσαμε για αυτές -- γρήγορα οδήγησαν σε υψηλά επίπεδα εσωτερικής εθνικής βίας και στο θάνατο και τον εκτοπισμό χιλιάδων ανθρώπων. Στη Σρι Λάνκα, ένας πολύχρονος εμφύλιος πόλεμος ανάμεσα στη μειονότητα των Ταμίλ και στην πλειοψηφία των Σινχάλα οδήγησε στην αιματηρή κλιμάκωση του 2009, αφότου περίπου 100.000 άνθρωποι είχαν ήδη σκοτωθεί από το 1983. Στο Κιργιστάν, μόλις κατά τη διάρκεια των τελευταίων εβδομάδων σημειώθηκαν πρωτοφανή επίπεδα βίας ανάμεσα στους ντόπιους Κιργίζ και στους ντόπιους Ουζμπέκους. Εκατοντάδες άνθρωποι έχουν σκοτωθεί, και περισσότεροι από 100.000 έχουν εκτοπιστεί συμπεριλαμβανομένων πολλών ντόπιων Ουζμπέκων που κατέφυγαν στο γειτονικό Ουζμπεκιστάν. Στη Μέση Ανατολή, η διαμάχη μεταξύ Ισραηλινών και Παλαιστινίων, συνεχίζεται αμείωτη και γίνεται ακόμα πιο δύσκολο να δεις πως, μόνο πως είναι δυνατόν μια βιώσιμη λύση να επιτευχθεί. Το Νταρφούρ μπορεί να έχει φύγει από τους πρώτους τίτλους των ειδήσεων αλλά οι θάνατοι και ο εκτοπισμός εκεί συνεχίζεται και η απόλυτη ανθρώπινη δυστυχία που δημιουργεί είναι πολύ δύσκολο να κατανοηθεί. Και στο Ιράκ, τέλος, η βία είναι σε έξαρση και πάλι, και η χώρα πρέπει ακόμα να σχηματίσει κυβέρνηση τέσσερις μήνες μετά από τις τελευταίες βουλευτικές εκλογές.
Αλλά μισό λεπτό, αυτή η ομιλία έχει να κάνει με τις καλές ειδήσεις. Είναι όμως αυτές εικόνες του παρελθόντος; Λοιπόν, παρά τις ζοφερές εικόνες από τη Μέση Ανατολή, το Νταρφούρ, το Ιράκ και αλλού υπάρχει μια μακρόχρονη τάση που αντιπροσωπεύει κάποια καλά νέα. Τις τελευταίες δύο δεκαετίες, μετά το τέλος του Ψυχρού Πολέμου, υπάρχει μια γενική μείωση στον αριθμό των εμφυλίων πολέμων. Μετά την έξαρση στις αρχές της δεκαετίας του 1990, με σχεδόν 50 ενεργούς εμφυλίους πολέμους, σήμερα έχουμε 30 τοις εκατό λιγότερες τέτοιες συγκρούσεις. Ο αριθμός των ανθρώπων που σκοτώνονται σε εμφυλίους πολέμους είναι επίσης πολύ μικρότερος σήμερα από ότι ήταν μια ή δύο δεκαετίες πριν. Αλλά αυτή η τάση είναι λιγότερο σαφής. Τα υψηλότερα ποσοστά θανάτων στο πεδίο των μαχών σημειώθηκαν μεταξύ 1998 και 2001, με περίπου 80.000 στρατιώτες, αστυνομικούς και αντάρτες νεκρούς κάθε χρόνο. Ο μικρότερος αριθμός θυμάτων από συγκρούσεις σημειώθηκε το 2003, με μόλις 20.000 νεκρούς. Παρά τις αυξήσεις και τις μειώσεις από τότε, η γενική τάση -- και αυτό είναι το σημαντικό κομμάτι -- είναι ξεκάθαρα προς τα κάτω τις τελευταίες δύο δεκαετίες.
Τα νέα για τις απώλειες αμάχων είναι λιγότερο κακά από ό,τι ήταν. Από περισσότερους από 12.000 αμάχους που σκοτώθηκαν σκόπιμα σε εμφυλίους πολέμους το 1997 και το 1998, μια δεκαετία μετά, ο αριθμός ανέρχεται στους 4.000. Αυτό είναι μια μείωση στα δύο τρίτα. Η μείωση θα ήταν ακόμα πιο εμφανής εάν συνυπολογίζαμε και τη γενοκτονία στη Ρουάντα το 1994. Αλλά τότε 800.000 άμαχοι σφαγιάστηκαν σε διάστημα μόλις λίγων μηνών Αυτό σίγουρα είναι κάτι που δεν πρέπει να ξεπεραστεί ποτέ. Κάτι που επίσης είναι σημαντικό να σημειωθεί είναι πως αυτά τα στοιχεία αποκαλύπτουν ένα μόνο μέρος της ιστορίας. Αποκλείουν τους ανθρώπους που πέθαναν από τις συνέπειες ενός εμφυλίου πολέμου, όπως είναι η πείνα και οι αρρώστιες, για παράδειγμα. Και επίσης δεν αντιπροσωπεύουν σωστά τον ανθρώπινο πόνο γενικότερα. Οι βασανισμοί, οι βιασμοί και η εθνοκάθαρση έχουν γίνει τα πιο αποτελεσματικά, εάν και συχνά όχι θανατηφόρα, όπλα του εμφυλίου πολέμου. Για να το θέσουμε διαφορετικά, για τους αμάχους που υποφέρουν τις συνέπειες μιας εθνικής σύγκρουσης και ενός εμφυλίου πολέμου, δεν υπάρχει κανένας καλός πόλεμος και δεν υπάρχει καμία κακή ειρήνη. Για αυτό, ενώ έστω και ένας άμαχος που πεθαίνει, ακρωτηριάζεται, βιάζεται ή βασανίζεται είναι πολύ, το γεγονός πως ο αριθμός των αμάχων θυμάτων είναι ξεκάθαρα μικρότερος σήμερα από ό,τι ήταν μια δεκαετία πριν, αυτό είναι καλά νέα.
Έχουμε λοιπόν, λιγότερες διαμάχες σήμερα στις οποίες λιγότεροι άνθρωποι σκοτώνονται. Και η μεγάλη ερώτηση, φυσικά, είναι γιατί; Σε μερικές περιπτώσεις, υπάρχει η στρατιωτική νίκη της μίας πλευράς. Αυτή είναι μια λύση βασισμένη στα υλικά, αλλά σπάνια είναι μια που δεν συνοδεύεται από ανθρώπινο κόστος ή από ανθρωπιστικές συνέπειες. Η ήττα των Ταμίλ στη Σρι Λάνκα είναι ίσως το πιο πρόσφατο παράδειγμα σε αυτό, αλλά έχουμε δει παρόμοιες καλούμενες "στρατιωτικές λύσεις" στα Βαλκάνια, στο Νότιο Καύκασο και σχεδόν σε όλη την Αφρική. Κατά καιρούς, συνοδεύονται και από διαπραγματευτικές συμφωνίες, ή το λιγότερο από συμφωνίες ανακωχής, και αναπτύσσονται οι ειρηνευτικές δυνάμεις. Αλλά σχεδόν ποτέ δεν αντιπροσωπεύουν μια μεγάλη επιτυχία -- στη Βοσνία και την Ερζεγοβίνη σχεδόν περισσότερο εκεί από τη Γεωργία. Αλλά για κάποια σημεία της Αφρικής, ένας συνάδελφός μου, είπε κάποτε, "Η ανακωχή την Τρίτη το βράδυ ήρθε ακριβώς στην ώρα για να ξεκινήσει η γενοκτονία την Τετάρτη το πρωί."
Αλλά ας κοιτάξουμε πάλι τα καλά νέα. Εάν δεν υπάρχει λύση στο πεδίο των μαχών, τρεις λόγοι μπορούν να υπάρχουν για την πρόληψη των εθνικών συγκρούσεων και των εμφυλίων πολέμων, και για την επικράτηση μιας βιώσιμης ειρήνης μετά: ηγεσία, διπλωματία και θεσμικός σχεδιασμός. Πάρτε το παράδειγμα της Βόρειας Ιρλανδίας. Παρά τους αιώνες έχθρας, τις δεκαετίες βίας και τους χιλιάδες νεκρούς το 1998 είδαμε τον επίλογο με μια ιστορική συμφωνία. Η αρχική της μορφή οφειλόταν στην επιδέξια διαμεσολάβηση του γερουσιαστή George Mitchell. Ιδιαίτερα, για τη μακρόχρονη επιτυχία της ειρηνευτικής διαδικασίας στη Βόρεια Ιρλανδία, επέβαλε ξεκάθαρους κανονισμούς για τη συμμετοχή και τις διαπραγματεύσεις. Κεντρική ανάμεσα τους, η δέσμευση με αποκλειστικά ειρηνευτικά μέσα. Οι επακόλουθες αναθεωρήσεις της συμφωνίας διευκολύνθηκαν από τη Βρετανική και την Ιρλανδική κυβέρνηση, που ποτέ δεν παραιτήθηκαν από την απόφαση τους να φέρουν ειρήνη και σταθερότητα στη Βόρεια Ιρλανδία.
Οι κεντρικοί οργανισμοί που δημιουργήθηκαν το 1998 και τα παραρτήματα τους το 2006 και το 2008 ήταν εξαιρετικά πρωτοποριακοί και επέτρεψαν στις αντιμαχόμενες πλευρές να δουν τις κύριες ανησυχίες και ανάγκες τους. Η συμφωνία συνδύαζε ένα μοίρασμα δυνάμεων στη Βόρεια Ιρλανδία με διασυνοριακά ινστιτούτα που συνέδεαν το Μπέλφαστ και το Δουβλίνο και που αναγνώριζαν την αυτοαποκαλούμενη Ιρλανδική διάσταση της διαμάχης. Και φυσικά, υπήρχε μια ξεκάθαρη εστίαση και στα ατομικά δικαιώματα και στα δικαιώματα των κοινοτήτων. Οι διατάξεις της συμφωνίας μπορεί να είναι περίπλοκες, αλλά το ίδιο ήταν και η διαμάχη. Ίσως το πιο σημαντικό, οι τοπικοί ηγέτες συνεχώς έφταναν στο σημείο συμβιβασμού, όχι πάντα τόσο γρήγορα και όχι πάντα με ενθουσιασμό, αλλά στο τέλος το έκαναν. Ποιός θα μπορούσε να φανταστεί τον Ian Paisley και τον Martin McGuiness να συγκυβερνούν τη Βόρεια Ιρλανδία ως Πρωθυπουργός και πρώτος Υπουργός;
Αλλά τότε, είναι η Βόρεια Ιρλανδία ένα μοναδικό παράδειγμα, ή αυτού του είδους η επίλυση μπορεί γενικά να υπάρξει μόνο σε δημοκρατικές και ανεπτυγμένες χώρες; Με κανέναν τρόπο. Το τέλος του μακρόχρονου εμφυλίου πολέμου στη Λιβερία το 2003 δείχνει τη σημασία της ηγεσίας, της διπλωματίας και του θεσμικού σχεδιασμού τόσο όσο και την επιτυχημένη πρόληψη ενός ολοκληρωτικού εμφυλίου πολέμου στη FYROM το 2001 ή την επιτυχημένη λήξη της διαμάχης στο Aceh στην Ινδονησία το 2005. Και στις τρεις περιπτώσεις οι τοπικοί ηγέτες ήταν πρόθυμοι και ικανοί να κάνουν ειρήνη, η διεθνής κοινότητα ήταν έτοιμη να τους βοηθήσει να διαπραγματευτούν και να καταλήξουν σε μια συμφωνία, και οι οργανισμοί διατήρησαν την υπόσχεση που κρατούσαν μέχρι τη μέρα που συμφώνησαν.
Η εστίαση στην ηγεσία, τη διπλωματία και το θεσμικό σχεδιασμό επίσης βοηθά να καταλάβουμε τις αποτυχίες στην επίτευξη της ειρήνης ή στη διατήρησή της. Οι ελπίδες που εναποτέθηκαν στη Συμφωνία του Όσλο δεν οδήγησαν σε ένα τέλος την Ισραηλινο-παλαιστινιακή διαμάχη. Όλα τα θέματα που έπρεπε να λυθούν δεν συμπεριλήφθηκαν πραγματικά στις συμφωνίες. Αλλά, οι τοπικοί ηγέτες δεσμεύτηκαν να τα επανεξετάσουν αργότερα. Παρόλα αυτά αντί να αρπάξουν την ευκαιρία, οι τοπικοί και οι διεθνείς ηγέτες σύντομα αποδεσμεύτηκαν και αποπροσανατολίστηκαν από τη δεύτερη Ιντιφάντα, τα γεγονότα στις 9/11 και τους πολέμους στο Αφγανιστάν και το Ιράκ.
Η ολοκληρωμένη ειρηνευτική συμφωνία για το Σουδάν που υπεγράφη το 2005 αποδείχτηκε πως ήταν λιγότερο ολοκληρωμένη από ό,τι είχε προβλεφθεί, και οι διατάξεις της φέρουν ακόμη τους σπόρους μιας επιστροφής σε έναν ολοκληρωτικό πόλεμο μεταξύ του βορρά και του νότου. Οι αλλαγές και οι ελλείψεις στην ηγεσία, περισσότερο παρά στη διεθνή διπλωματία και στις αποτυχίες των οργανισμών ευθύνονται για αυτό σχεδόν το ίδιο. Άλυτα ζητήματα για τα σύνορα, διαμάχες σχετικά με τα έσοδα από το πετρέλαιο, η συνεχιζόμενη διαμάχη στο Νταρφούρ, η κλιμακούμενη βία μεταξύ των φυλών στο νότο και γενικά η αδυναμία του κράτους σε ολόκληρο το Σουδάν συνθέτουν την απογοητευτική εικόνα των κρατικών συσχετισμών στη μεγαλύτερη χώρα της Αφρικής.
Ένα τελευταίο παράδειγμα: το Κόσοβο Η αποτυχία να επιτευχθεί μια διαπραγματεύσιμη λύση για το Κόσοβο και η βία, η ένταση και η de facto διχοτόμηση που προέκυψε από αυτά έχουν τις αιτίες τους σε πολλούς και διαφορετικούς λόγους. Κεντρικοί ανάμεσα τους είναι τρεις. Αρχικά, η αδιαλλαξία των τοπικών ηγετών να συμφωνήσουν σε κάτι λιγότερο από το μέγιστο των απαιτήσεών τους. Δεύτερον, μια διεθνής διπλωματική προσπάθεια που παρεμποδίστηκε από την αρχή από τη στήριξη της Δύσης για την ανεξαρτησία του Κοσόβου. Και τρίτον, η έλλειψη δημιουργικότητας στο σχεδιασμό οργανισμών που θα μπορούσαν να είχαν χειριστεί τα αιτήματα και των Σέρβων και των Αλβανών. Στο ίδιο επίπεδο -- και εδώ έχουμε πάλι κάποια καλά νέα -- το γεγονός και μόνο ότι υπήρχε μια μεγάλης κλίμακας, και πλούσια διεθνής παρουσία στο Κόσοβο και στην περιοχή των Βαλκανίων γενικότερα και το γεγονός πως οι τοπικοί ηγέτες και των δύο πλευρών επέδειξαν μια σχετική αυτοσυγκράτηση εξηγεί γιατί τα πράγματα δεν έγιναν χειρότερα κατά τη διάρκεια των τελευταίων ετών από το 2008.
Για αυτό ακόμα και σε καταστάσεις που τα αποτελέσματα είναι λιγότερο ορατά, οι τοπικοί ηγέτες και οι διεθνείς ηγέτες έχουν την επιλογή να κάνουν τη διαφορά προς το καλύτερο. Ένας ψυχρός πόλεμος δεν είναι τόσο καλός όσο μια ψυχρή ειρήνη, αλλά μια ψυχρή ειρήνη παραμένει καλύτερη από έναν καυτό πόλεμο. Τα καλά νέα είναι επίσης να παίρνεις το σωστό μάθημα. Λοιπόν τι διαφοροποιεί την Ισραηλινο-παλαιστινιακή διαμάχη από αυτή στη Βόρεια Ιρλανδία, ή τον εμφύλιο πόλεμο στο Σουδάν από αυτόν στην Λιβερία; Τόσο οι επιτυχίες όσο και οι αποτυχίες μας διδάσκουν πολλά σημαντικά πράγματα που πρέπει να έχουμε στο μυαλό μας εάν θέλουμε να συνεχίσουν τα καλά νέα. Πρώτα, η ηγεσία κατά τον ίδιο τρόπο που η εθνική διαμάχη και ο εμφύλιος πόλεμος δεν είναι φυσικές αλλά καταστροφές που δημιουργούνται από τον άνθρωπο, το ίδιο και η πρόληψη και η επίλυσή τους δεν συμβαίνουν τυχαία. Η ηγεσία χρειάζεται να είσαι ικανός, αποφασισμένος και να έχεις όραμα στη δέσμευση για ειρήνη. Οι ηγέτες πρέπει να συνδέονται μεταξύ τους και με αυτούς που τους ακολουθούν και πρέπει να τους οδηγούν σε αυτό το συχνά επίπονο ταξίδι στο ειρηνικό μέλλον.
Δεύτερο, η διπλωματία. Η διπλωματία χρειάζεται να έχει καλούς πόρους, υποστηρικτικούς και να εφαρμόζει το σωστό συνδυασμό κινήτρων και πιέσεων στους ηγέτες και στους υποστηρικτές τους. Πρέπει να τους βοηθά να καταλήγουν σε ένα δίκαιο συμβιβασμό, και πρέπει να διασφαλίζει πως ένας ευρύτερος συνασπισμός τοπικών, περιφερειακών και διεθνών υποστηρικτών θα τους βοηθήσει να εφαρμόσουν τη συμφωνία.
Τρίτο, ο θεσμικός σχεδιασμός. Ο θεσμικός σχεδιασμός απαιτεί μια ξεκάθαρη εστίαση στα θέματα, πρωτοποριακή σκέψη και μια ευέλικτη και καλά χρηματοδοτούμενη εφαρμογή. Οι αντιμαχόμενες πλευρές πρέπει να απομακρυνθούν από τις μέγιστες απαιτήσεις και να κινηθούν προς ένα συμβιβασμό που να αναγνωρίζει τις ανάγκες όλων. Και πρέπει να σκεφτούν τη βιωσιμότητα της συμφωνίας τους πολύ περισσότερο από τους τίτλους που θέλουν να τους απονεμηθούν. Οι αντιμαχόμενες πλευρές πρέπει επίσης, να είναι προετοιμασμένες να επιστρέψουν στο τραπέζι των διαπραγματεύσεων εάν η εφαρμογή της συμφωνίας διακοπεί.
Για εμένα προσωπικά, το πιο σημαντικό μάθημα από όλα αυτά είναι το εξής: Η τοπική δέσμευση για ειρήνη είναι πάρα πολύ σημαντική, αλλά συχνά δεν είναι αρκετή να προλάβει ή να σταματήσει τη βία. Από την άλλη, καμία διπλωματία ή θεσμικός σχεδιασμός μπορεί να επανορθώσει τις τοπικές αποτυχίες και τις συνέπειες που έχουν. Για αυτό το λόγο, πρέπει να επενδύσουμε στη διαμόρφωση ηγετών, ηγετών που θα έχουν προσόντα, όραμα και αποφασιστικότητα για να κάνουν ειρήνη. Ηγέτες, με άλλα λόγια, που οι άνθρωποι θα εμπιστευτούν και θα θέλουν να ακολουθήσουν ακόμα και αν αυτό σημαίνει να πάρουν δύσκολες αποφάσεις.
Μια τελευταία σκέψη: Ο τερματισμός των εμφυλίων πολέμων είναι μια διαδικασία γεμάτη κινδύνους, απογοητεύσεις και αποτυχίες. Συχνά χρειάζεται μια ολόκληρη γενιά για να επιτευχθεί αλλά χρειάζεται και από εμάς, τη γενιά του σήμερα, να αναλάβουμε την ευθύνη και να μάθουμε τα σωστά μαθήματα για την ηγεσία, τη διπλωματία και το θεσμικό σχεδιασμό, έτσι ώστε τα παιδιά στρατιώτες του σήμερα να μπορέσουν να γίνουν τα παιδιά του αύριο.
You can share this video by copying this HTML to your clipboard and pasting into your blog or web page. This video will play with subtitles.
You either have JavaScript turned off or have an old version of the Adobe Flash Player. To view this rating widget you
need to get the latest Flash player.
If your browser allows only "trusted sites" to execute Javascript, you should add the "googleapis.com" domain to your whitelist to allow our Flash detection to work properly.
Got an idea, question, or debate inspired by this talk? Start a TED Conversation.
Οι εμφύλιοι πόλεμοι και οι εθνικές συγκρούσεις έχουν επιφέρει στον κόσμο, απίστευτο πόνο, αλλά ο Stefan Wolff παραθέτει στοιχεία που δείχνουν πως τα τελευταία 20 χρόνια, ο αριθμός τους μειώνεται σταθερά. Εξάγει χρήσιμα μαθήματα από τη Βόρεια Ιρλανδία,τη Λιβερία, το Τιμόρ και αλλού και δείχνει πως η ηγεσία, η διπλωματία και ο θεσμικός σχεδιασμός είναι τα τρία πιο αποτελεσματικά όπλα στην εφαρμογή της ειρήνης.
Stefan Wolff studies contemporary conflicts, focusing on the prevention and settlement of ethnic conflicts and in postconflict reconstruction in deeply divided and war-torn societies. Full bio »
Translated into Greek by CHRISTINA PSARRA
Reviewed by Mary Keramida
Comments? Please email the translators above.
10:41 Posted: Sep 2010
Views 180,945 | Comments 67
04:28 Posted: Dec 2009
Views 168,603 | Comments 158
15:38 Posted: Apr 2011
Views 605,847 | Comments 257
Just follow the guidelines outlined under our Creative Commons license.
This comment will be attributed to . Not ? Sign Out.