Κάποιοι από εσάς έχετε ξανακούσει αυτή την ιστορία, στην πραγματικότητα όμως υπάρχει κάποιος στο κοινό που δεν έχει ξανακούσει αυτή την ιστορία - μπροστά σε κοινό, οπότε είμαι λίγο πιο αγχωμένος απ' όσο συνήθως όταν διηγούμαι αυτή την ιστορία. Ήμουν φωτογράφος για πολλά χρόνια. Το 1978 δούλευα για το περιοδικό Time και μου έδωσαν μια τριήμερη αποστολή να φωτογραφίσω «Αμερικανοασιατικά» παιδιά, παιδιά που είχαν κάνει Αμερικανοί στρατιώτες σε διάφορα μέρη της ΝΑ Ασίας, που μετά τα εγκατέλειψαν -- 40.000 παιδιά σε όλη την Ασία. Δεν είχα ξανακούσει τον όρο «Αμερικανοασιατικά» ξανά. Πέρασα αρκετές μέρες φωτογραφίζοντας παιδιά σε διάφορες χώρες και όπως συμβαίνει με πολλούς φωτογράφους και πολλούς δημοσιογράφους, πάντα ελπίζω ότι όταν οι φωτογραφίες μου δημοσιευθούν ίσως μπορέσουν να επηρεάσουν τα γεγονότα αντί απλώς να τα καταγράφουν.
Συνεπώς με ενόχλησε τόσο αυτό που είδα και ήμουν τόσο απογοητευμένος με το άρθρο που κυκλοφόρησε στη συνέχεια, που αποφάσισα να μείνω έξι μηνές εκτός δουλειάς. Ήμουν 28 ετών. Αποφάσισα να βρω έξι παιδιά σε διαφορετικές χώρες, και να περάσω κάποιο χρόνο μαζί τους και να προσπαθήσω έτσι να διηγηθώ την ιστορία τους κάπως καλύτερα απ' ό,τι είχα κάνει για το Time. Καθώς ασχολούμουν με την αποστολή μου έψαχνα παιδιά που δεν είχαν ποτέ ξαναφωτογραφηθεί και από το Ίδρυμα Pearl Buck μου είπαν ότι συνεργάζονταν με πολλούς Αμερικανούς που έκαναν δωρεές για να βοηθήσουν κάποια από αυτά τα παιδιά. Ένας άντρας που διοικούσε το Ίδρυμα στην Κορέα μου είπε ότι υπήρχε ένα κορίτσι 11 ετών που μεγάλωνε με τη γιαγιά του. Και η γιαγιά δεν είχε αφήσει ποτέ κανέναν Δυτικό να τη δει. Κάθε φορά που ερχόταν κάποιος Δυτικός στο χωριό την έκρυβε. Φυσικά, αμέσως μου κέντρισε το ενδιαφέρον. Είδα φωτογραφίες της και σκέφτηκα πως θέλω να πάω. Ο τύπος μου είπε: «Δεν υπάρχει περίπτωση. Η γιαγιά δεν πρόκειται -- δεν υπάρχει περίπτωση να σε αφήσει να γνωρίσεις το κορίτσι που μεγαλώνει».
Πήρα μια μεταφράστρια μαζί μου και πήγα στο χωριό, βρήκα τη γιαγιά και κάθησα μαζί της. Και προς έκπληξή μου, συμφώνησε να με αφήσει να φωτογραφίσω την εγγονή της. Πλήρωνα τα έξοδα μόνος μου, οπότε ρώτησα τη μεταφράστρια αν θα την πείραζε να έμενα για μια βδομάδα. Είχα έναν υπνόσακο μαζί μου. Η οικογένεια είχε μια παράγκα δίπλα στο σπίτι, και ρώτησα: «Θα μπορούσα να κοιμάμαι στον υπνόσακό μου εδώ τα βράδια;» Απλά είπα στο κορίτσι, την Ουν-Σουκ Λι, ότι αν ποτέ έκανα κάτι που την έφερνε σε αμηχανία -- δεν μιλούσε λέξη αγγλικά, αν και έμοιαζε Αμερικανίδα -- μπορούσε απλά να σηκώσει το χέρι και να πει: «Σταμάτα» και εγώ θα σταματούσα να τραβάω φωτογραφίες. Τότε έφυγε η μεταφράστριά μου. Και να 'μαι, χωρίς να μιλάω λέξη Κορεάτικα, και αυτή είναι η πρώτη νύχτα που γνώρισα την Ουν-Σουκ. Η μητέρα της ζούσε ακόμη. Δεν την μεγάλωνε η μητέρα της αλλά η γιαγιά της. Αυτό που μου έκανε αμέσως εντύπωση ήταν το πόσο αγαπιόντουσαν αυτοί οι δύο άνθρωποι. Η γιαγιά λάτρευε το κοριτσάκι. Κοιμόντουσαν στο πάτωμα τη νύχτα. Στην Κορέα θερμαίνουν τα σπίτια με το να βάζουν τούβλα κάτω από το πάτωμα, οπότε η ζέστη έρχεται από κάτω. Η Ουν-Σουκ ήταν 11 χρονών.
Είχα φωτογραφίσει, όπως είπα, αρκετά από αυτά τα παιδιά. Η Ουν-Σουκ ήταν το πέμπτο παιδί που φωτογράφιζα. Σχεδόν παγκοσμίως, ανάμεσα σε όλα τα παιδιά ήταν ψυχολογικά τραυματισμένα από την κοροϊδία, τα πειράγματα και την απόρριψη που λάμβαναν. Η Κορέα μάλλον ήταν το χειρότερο μέρος για αυτά τα παιδιά. Αυτό που μου έκανε εντύπωση στην Ουν-Σουκ ήταν η αυτοπεποίθηση που έδειχνε, πόσο χαρούμενη έδειχνε με τον εαυτό της. Συγκρατήστε αυτή τη φωτογραφία, γιατί θα σας δείξω μια άλλη αργότερα, αλλά μπορείτε να δείτε πόσο μοιάζει στη γιαγιά της, ενώ δείχνει τόσο Δυτική. Αποφάσισα να την ακολουθήσω στο σχολείο. Αυτό είναι το πρώτο πρωινό που έμεινα μαζί της. Εδώ είναι στη διαδρομή προς το σχολείο. Εδώ είναι η πρωινή συγκέντρωση. Παρατήρησα πως χαζολογούσε. Όταν οι δάσκαλοι έκαναν ερωτήσεις, ήταν η πρώτη που σήκωνε το χέρι. Και πάλι, όχι και τόσο ντροπαλή ή απόμαρκη, καμμία σχέση με τα άλλα παιδιά που είχα φωτογραφίσει. Και πάλι, η πρώτη να σηκωθεί στον πίνακα και να απαντήσει. Βρίσκεται σε μπελάδες που ψιθυρίζει στη φίλη της την ώρα του μαθήματος. Ένα από τα πράγματα που της είπα μέσω της μεταφράστριας -- μαζί με το να μου λέει «Σταμάτα» -- ήταν το να με αγνοεί. Έτσι πράγματι με αγνοούσε την περισσότερη ώρα. Παρατήρησα πως στο διάλειμμα, ήταν το κορίτσι που διάλεγε τα άλλα κορίτσια που θα ήταν στην ομάδα της. Ήταν προφανές από την αρχή πως ήταν αρχηγός. Εδώ είναι στη διαδρομή σπίτι. Αυτή είναι η Βόρεια Κορέα κατα μήκος του λόφου. Αυτό είναι κατά μήκος της Αποστρατιωτικοποιημένης Ζώνης. Κάλυπταν κάθε βράδυ τα παράθυρα ώστε να μη φαίνεται φως, γιατί η κυβέρνηση της Νότια Κορέας επί χρόνια λέει πως ανά πάσα στιγμή μπορεί να εισβάλουν από τη Βόρεια Κορέα. Όποτε πάντα υπάρχει αυτό -- όσο πιο κοντά στη Βόρεια Κορέα βρισκόσουν, τόσο πιο τρομακτικά ήταν.
Πολύ συχνά στο σχολείο, θα τράβαγα φωτογραφίες, και θα ψιθύριζε στο αφτί των φίλων της, και μετά θα με κοίταγε και θα έλεγε «Σταμάτα» Εγώ θα στεκόμουν προσοχή και όλα τα κορίτσια θα ξεκαρδίζονταν, ήταν το αστείο τους. (Γέλια) Το τέλος της εβδομάδας ήρθε και επέστρεψε η μεταφράστριά μου, επειδή της είχα ζητήσει να γυρίσει ώστε επισήμως να ευχαριστήσω τη γιαγιά και την Ουν-Σουκ. Και καθώς η γιαγιά μιλάει στη μεταφράστρια η γιαγιά άρχισε να κλαίει. Ρωτάω τη μεταφράστρια: «Τι συμβαίνει, γιατί κλαίει;» Μίλησε στη γιαγιά για μια στιγμή και τότε άρχισε κι εκείνη να δακρύζει. Αναρωτιέμαι: «Τι έκανα; Τι συμβαίνει; Γιατί κλαίνε όλοι;» Η μεταφράστρια εξηγεί: «Η γιαγιά λέει πως πιστεύει πως πεθαίνει, και θα ήθελε να πάρεις την Ουν-Σουκ στη Αμερική μαζί σου». Της είπα: «Είμαι 28 χρονών, ζω σε ξενοδοχεία και δεν είμαι παντρεμένος». Θέλω να πω ήμουν ερωτευμένος με αυτό το κοριτσάκι αλλά συναισθηματικά ήμουν σαν ένα 12χρονο. Αν ξέρετε φωτογράφους, το αστείο είναι πως είναι ο καλύτερος τρόπος να συνεχίσεις την εφηβεία σου. «Συγγνώμη, πρέπει να φύγω για μια αποστολή, θα επιστρέψω» -- και μετά ποτέ δεν επιστρέφεις.
Κι έτσι ρώτησα τη μεταφράστρια, γιατί πίστευε πως πέθαινε. Μπορούσα μήπως να την πάω στο νοσοκομείο; Να πληρώσω το γιατρό της; Εκείνη αρνήθηκε οποιαδήποτε βοήθεια. Όταν βγήκαμε έξω έδωσα στη μεταφράστρια κάποια χρήματα και της είπα, «Σε παρακαλώ γύρνα πίσω και δες αν μπορείς να κάνεις κάτι». Έδωσα στη γιαγιά την κάρτα μου. Της είπα: «Αν είσαι σίγουρη, θα προσπαθήσω να της βρω μια οικογένεια». Αμέσως έγραψα στους καλύτερούς μου φίλους στην Ατλάντα της Τζώρτζια, που είχαν έναν 11χρονο γιο. Ο φίλος μου είχε πει μια φορά κατά λάθος πως θα ήθελε να είχαν ένα ακόμα παιδί. Εδώ οι φίλοι μου, Τζην και Γκέιλ, δεν είχαν ακούσει από εμένα για ένα χρόνο και ξαφνικά τους τηλεφωνώ λέγοντας: «Είμαι στην Κορέα, και γνώρισα αυτό το καταπληκτικό κορίτσι». Και λέω: «Η γιαγιά πιστεύει πως είναι άρρωστη, αλλά νομίζω θα χρειαστεί να φέρουμε και τη γιαγιά». Και λέω: «Θα πληρώσω για...» - Τα είχα όλα οργανώσει στο μυαλό μου. Οπότε, έφυγα. Οι φίλοι μου είπαν πως ενδιαφέρονταν να την υιοθετήσουν. Τους είπα: «Νομίζω πως θα κατατρομάξει η γιαγιά αν της γράψω και της πω πως θέλετε να την υιοθετήσετε. Θα πάω να της μιλήσω από κοντά». Αλλά ήμουν ήδη σε αποστολή. Σκέφτηκα θα πάω μετά από κανά δυό εβδομάδες να μιλήσω στη γιαγιά.
Την ημέρα των Χριστουγέννων ήμουν στην Μπανγκόκ με μια ομάδα φωτογράφων και έλαβα ένα τηλεγράφημα -- τότε είχαμε τηλεγραφήματα -- από το περιοδικό Time που έλεγε κάποιος στην Κορέα είχε πεθάνει και είχαν γράψει στη διαθήκη τους το παιδί τους σε εμένα. Μήπως ήξερα κάτι γι' αυτό; Μιας και δεν τους είχα πει τι συνέβαινε, καθώς ήμουν τόσο απογοητευμένος με το άρθρο που είχαν εκδόσει. Οπότε πάω πίσω στην Κορέα στο χωριό της Ουν-Σουκ και δεν ήταν εκεί. Το σπίτι που είχα μείνει ήταν άδειο. Έκανε απίστευτο κρύο. Κανένας από το χωριό δεν μου έλεγε που ήταν η Ουν-Σουκ επειδή η γιαγιά της την έκρυβε πάντα από τους Δυτικούς. Δεν είχαν ιδέα για το τι είχε κανονίσει εκείνη μαζί μου. Τελικά βρήκα τη Μιούν Σουν την καλύτερή της φίλη που παίζανε μετά το σχολείο κάθε μέρα. Η Μιούν Σουν, μετά από πίεση από εμένα και τη μεταφράστρια μας έδωσε μια διεύθυνση έξω από τη Σεούλ. Πήγα, χτύπησα την πόρτα και ένας άνδρας άνοιξε. Δεν ήταν καλή περιοχή της Σεούλ, με λασπωμένους δρόμους έξω. Χτύπησα και άνοιξε η Ουν-Σουκ, τα μάτια της ήταν γουρλωμένα, έμοιαζε να έχει υποστεί σοκ. Δεν με αναγνώριζε -- φαινόταν. Και ήρθε αυτός ο άνδρας στην πόρτα και μου «γαύγισε» στα Κορεάτικα κάτι. Ρωτάω τη μεταφράστρια: «Τι είπε;» Μου λέει: «Θέλει να μάθει ποιος είσαι». Απάντησα: «Πες πως είμαι ένας φωτογράφος». Ξεκίνησα να εξηγώ ποιος είμαι και εκείνος με διέκοψε. Μου λέει: «Ξέρει ποιος είσαι, τι θέλεις;» Λέω: «Πες του πως μου ζήτησε η γιαγιά της κοπέλας να της βρω μια οικογένεια». Και λέει: «Είμαι ο θείος της, είναι καλά, μπορείς να φύγεις τώρα».
Κι εγώ -- καταλαβαίνετε, μου έκλειναν την πόρτα κατάμουτρα, κάνει απίστευτο κρύο και προσπαθώ να σκεφτώ, «Τι θα έκανε ο ήρωας σε μια ταινία, αν αυτό ήταν σενάριο έργου;» Είπα: «Ακούστε, κάνει πολύ κρύο, έχω έρθει από μακριά, θα σας πείραζε αν ερχόμουν μέσα για λίγο; Κρυώνω». Ο θείος διστακτικά μας άφησε να μπούμε και καθήσαμε στο πάτωμα. Καθώς αρχίσαμε να μιλάμε, φώναξε κάτι και η Ουν-Σουκ ήρθε και μας έφερε φαγητό. Είχα αυτή την εικόνα στο μυαλό μου, σαν τη Σταχτοπούτα. Είχα στο μυαλό μου την εικόνα αυτού του απίστευτα υπέροχου, φωτεινού, χαρούμενου παιδιού, που τώρα φαινόταν αποτραβηγμένο, σκλαβωμένο από αυτήν την οικογένεια. Ήμουν πραγματικά σοκαρισμένος, δεν ήξερα τι να κάνω. Όσο προσπαθούσα να του μιλήσω, τόσο πιο εχθρικός γινόταν. Τελικά αποφάσισα και είπα: «Κοίταξε» -- όλα αυτά μέσω της μεταφράστριας, επειδή όπως ξέρετε δεν μιλάω Κορεάτικα -- και είπα: «Κοιτάξτε, χαίρομαι που η Ουν-Σουκ έχει μια οικογένεια να μείνει. Ανησυχούσα πολύ για εκείνη. Υποσχέθηκα στη γιαγιά της, τη μητέρα σας, πως θα της έβρισκα μια οικογένεια, και χαίρομαι τόσο πολύ που θα την προσέχετε». Είπα: «Όμως ξέρετε, πήρα το εισιτήριο, και είμαι κολλημένος εδώ για μια βδομάδα». Είπα: «Μένω σε ένα ξενοδοχείο στο κέντρο. Θα θέλατε να έρθετε για μεσημεριανό αύριο; Και μπορείτε να κάνετε εξάσκηση στα Αγγλικά σας». Επειδή μου είχε πει -- και θα προσπαθούσα να τον ρωτήσω πράγματα για εκείνον. Έτσι πήγα στο ξενοδοχείο και βρήκα δύο μεγαλύτερους Αμερικανασιάτες. Ένα κορίτσι του οποίου η μητέρα ήταν πόρνη και ήταν και η ίδια πόρνη, και ένα αγόρι που μπαινόβγαινε στη φυλακή. Τους λέω: «Κοιτάξε, είναι ένα μικρό κορίτσι που έχει μια μικρή ελπίδα να φύγει από εδώ και να πάει στην Αμερική». Λέω: «Δεν ξέρω αν είναι η σωστή απόφαση ή όχι, αλλά θα ήθελα να έρθετε αύριο για μεσημεριανό και να πείτε στο θείο πώς είναι περπατάς στο δρόμο, τι σας λένε οι άλλοι, τι δουλειά κάνετε. Και απλά -- θέλω να καταλάβει τι συμβαίνει αν μείνει εδώ. Μπορεί να κάνω λάθος, δεν ξέρω, αλλά θα ήθελα να έρθετε αύριο».
Έτσι ήρθαν το μεσημέρι και μας πέταξαν έξω από το εστιατόριο. Του φώναζαν, ήταν -- κατέληξε πολύ άσχημα. Βγήκαμε έξω και ήταν έξαλλος. Ήξερα πως τα είχα χαλάσει όλα. Και να 'μαι πάλι, προσπαθώντας να δω τι θα κάνω. Μου φώναζε, και λέω στη μεταφράστρια: «Εντάξει, πείτε του να ηρεμήσει, τι λέει;» Μου είπε: «Λέει, Ποιος είσαι που μπαίνεις έτσι μες στο σπίτι μου, κάποιος πλούσιος Αμερικανός με τις κάμερές σου κρεμασμένες από το λαιμό σου και με κατηγορείς πως σκλαβώνω την ανηψιά μου; Είναι η ανηψιά μου, την αγαπάω, είναι η κόρη της αδελφής μου. Ποιος νομίζεις πως είσαι να με κατηγορείς για κάτι τέτοιο;» Και του λέω: «Κοιτάξτε, έχετε απόλυτο δίκιο. Δεν προσποιούμαι πως καταλαβαίνω τι συμβαίνει εδώ». «Αυτό που ξέρω είναι πως έχω φωτογραφίσει πολλά από αυτά τα παιδιά». «Και έχω ερωτευτεί την ανηψιά σας, πιστεύω πως είναι ένα απίστευτα ξεχωριστό παιδί». Του είπα: «Κοιτάξτε, θα έρθουν οι φίλοι μου εδώ από την Αμερική αν θέλετε να τους γνωρίσετε, να δείτε αν τους εγκρίνετε. Απλά πιστεύω -- από τα λίγα που ξέρω για την κατάσταση αυτή, πως έχει λίγες πιθανότητες να ζήσει τη ζωή που μάλλον θα θέλατε να έχει».
Αργότερα, όλοι μου είπαν πως το να καλέσω τους πιθανούς γονείς ήταν, και πάλι, το πιο χαζό πράγμα που θα μπορούσα να κάνω γιατί ποιος θα μπορούσε ποτέ να είναι αρκετά καλός για κάποιο συγγενή σου; Αλλά με κάλεσε σε μια τελετή που έκαναν εκείνη τη μέρα για τη γιαγιά. Παίρνουν τα ρούχα και τις φωτογραφίες, και τα καίνε ως μέρος της τελετής. Βλέπετε ήδη πόσο διαφορετική είναι μετά από τρεις μήνες. Αυτό νομίζω ήταν αρχές Φεβρουαρίου. Οι προηγούμενες φωτογραφίες ήταν τραβηγμένες Σεπτέμβριο. Ήταν ένας ιερέας του Αμερικανικού Ναυτικού που είχα γνωρίσει καθώς έκανα αυτό το άρθρο, ο οποίος είχε 75 παιδιά που έμεναν στο σπίτι του. Είχε τρεις γυναίκες που τον βοηθούσαν να φροντίζει τα παιδιά. Έτσι πρότεινα στο θείο να πάμε και να γνωρίσουμε τον Πάτερ Κην, να μάθουμε πώς λειτουργεί η διαδικασία υιοθεσίας. Επειδή ήθελα να νιώθει πως όλα γίνονταν όπως θα έπρεπε.
Εδώ είναι στη διαδρομή προς το ορφανοτροφείο. Αυτός είναι ο Πατέρας Κην. Είναι ένας υπέροχος άνθρωπος. Είχε παιδιά από όλη την Κορέα που έμεναν εκεί και έβρισκε οικογένεις για αυτά τα παιδιά. Εδώ μια κοινωνικός λειτουργός παίρνει συνέντευξη από την Ουν-Σουκ. Πάντα πίστευα πως δεν την άγγιζε τίποτα από αυτά, γιατί η γιαγιά μου φαινόταν σαν τη σοφή γυναίκα του χωριού και το άτομο στο οποίο όλοι -- καθ' όλη τη διάρκεια της ημέρας, παρατηρούσα κόσμο να έρχεται να επισκεφτεί τη γιαγιά. Πάντα είχα αυτή την εικόνα στο μυαλό μου πως ακόμα κι αν ήταν από τις φτωχότερες οικογένειες στο χωριό, ήταν μια από τις πιο σεβαστές οικογένειες. Ένιωθα πως η γιαγια είχε απαιτήσει, είχε επιμείνει, όλοι στο χωριό να φέρονται στην Ουν-Σουκ με τον ίδιο σεβασμο με τον οποίο αντιμετώπιζαν εκείνη. Η Ουν-Σουκ έμεινε με τον Πατέρα Κην και ο θείος συμφώνησε να την αφήσει να μείνει εκεί μέχρι να τελειώσουν οι διαδικασίες υιοθεσίας. Τελικά συμφώνησε στην υιοθεσία.
Εγώ έφυγα σε μια αποστολή και γύρισα μια βδομάδα αργότερα και ο Πατέρας Κην είπε: «Πρέπει να σου μιλήσω για την Ουν-Σουκ». Είπα: «Θεέ μου, τι είναι πάλι;» Πήγαμε σε ένα δωμάτιο, κλείνει την πόρτα και λέει: «Έχω 75 παιδιά στο ορφανοτροφείο και είναι ένα χάος». Υπάρχουν ρούχα, παιδιά, και καταλαβαίνετε είναι τρεις ενήλικες και 75 παιδιά -- φαντάζεστε. Μου λέει: «Τη δεύτερη μέρα που ήταν εδώ έφτιαξε μια λίστα με τα ονόματα όλων των μεγαλύτερων παιδιών και των μικρότερων. Και ανέθεσε το κάθε μεγάλο παιδί σε κάποιο μικρό. Και μετά έφτιαξε μια λίστα με δουλειές με το ποιος θα καθάριζε το ορφανοτροφείο ποια μέρα». Και λέει: «Μου λέει πως είμαι ακατάστατος και πως πρέπει να καθαρίσω το δωμάτιό μου». Μου λέει: «Δεν ξέρω ποιος την μεγάλωσε, αλλά διοικεί το ορφανοτροφείο και είναι εδώ μόνο τρεις μέρες». (Γέλια)
Εδώ είναι μέρα ταινίας -- που εκείνη οργάνωσε -- όπου όλα τα παιδιά πήγαιναν σινεμά. Πολλά από τα παιδιά που υιοθετήθηκαν έγραφαν στα άλλα παιδιά, λέγοντάς τους πώς ήταν η ζωή τους με τις καινούργιες τους οικογένειες. Ήταν πολύ μεγάλο θέμα όταν λάμβαναν τα γράμματα. Αυτή είναι μια γυναίκα που τώρα δουλεύει στο ορφανοτροφείο, της οποίας ο γιος είχε υιοθετηθεί. Ο Τζην και η Γκέιλ άρχισαν να μαθαίνουν Κορεάτικα από τη στιγμή που έλαβαν το πρώτο μου γράμμα. Ήθελαν πραγματικά να καλοσωρίσουν την Ουν-Σουκ στην οικογένειά τους. Ένα από τα πράγματα που μου είπε ο Πατέρας Κην όταν επέστρεψα από ένα από αυτά τα ταξίδια -- η Ουν-Σουκ είχε διαλέξει το όνομα Νατάσα, που από ό,τι κατάλαβα ήταν από το «Rocky and Bullwinkle» καρτούν που έβλεπε στο σταθμό της Αμερικανικής βάσης. Αυτό μπορεί να είναι ένα από τα πράγματα που μπορεί να χρειαστεί να ξεκαθαρίσουμε σε λίγο.
Όποτε ο φίλος μου, ο Τζην, ήρθε με το γιο του, Τιμ. Η Γκέιλ δεν μπορούσε να έρθει. Πέρασαν πολύ χρόνο πάνω από ένα λεξικό. Και εδώ ο Τζην δείχνει στο θείο που είναι η Ατλάντα στο χάρτη, όπου έμενε. Εδώ ο θείος υπογράφει τα χαρτιά υιοθεσίας. Βγήκαμε έξω για φαγητό εκείνο το βράδυ για να γιορτάσουμε. Ο θείος επέστρεψε στην οικογένειά του και η Νατάσα, ο Τιμ, ο Τζην και εγώ βγήκαμε για φαγητό. Ο Τζην έδειχνε στη Νατάσα πώς να χρησιμοποιεί μαχαίρι και πιρούνι και μετά η Νατάσα του έδειχνε κι εκείνη με τη σειρά της. Επιστρέψαμε στα δωμάτιά μας και ο Τζην έδειχνε και στη Νατάσα που είναι η Ατλάντα. Αυτό ήταν το τρίτο βράδυ μας στην Κορέα. Το πρώτο βράδυ είχαμε πάρει ένα δωμάτιο για τα παιδιά δίπλα μας.
Έμενα σε αυτό το δωμάτιο για τρεις μήνες -- ήταν ένα μικρό 15όροφο κορεάτικο ξενοδοχείο. Το δεύτερο βράδυ δεν κρατήσαμε το δωμάτιο των παιδιών, επειδή πήγαμε και κοιμηθήκαμε στο πάτωμα με τα παιδιά στο ορφανοτροφείο. Το τρίτο βράδυ γυρίσαμε, μετά το βραδινό όπου είδατε τις φωτογραφίες, πήγαμε στη ρεσεψιόν και ο ρεσεψιονίστ λέει: «Δεν υπάρχουν ελεύθερα δωμάτια στον όροφό σας απόψε, αν θέλετε μπορείτε να τα βάλετε 5 ορόφους πιο κάτω, όπου υπάρχει και δωμάτιο». Ο Τζην κι εγώ κοιταχτήκαμε και είπαμε: «Όχι, δεν θέλουμε δύο 11χρονα πέντε ορόφους πιο κάτω». Έτσι ο γιος του είπε: «Μπαμπά, έχω υπνόσακο, θα κοιμηθώ στο πάτωμα». Κι εγώ είπα: «Ναι, κι εγώ έχω». Έτσι ο Τιμ κι εγώ κοιμηθήκαμε στο πάτωμα, η Νατάσα πήρε το ένα κρεβάτι, ο Τζην το άλλο -- τα παιδιά κοιμήθηκαν αμέσως, υπήρχε πολύς ενθουσιασμός αυτές τις τρεις μέρες.
Είμαστε ξαπλωμένοι στο κρεβάτι, και ο Τζην κι εγώ λέμε πόσο τέλειοι είμαστε. Λέμε: «Τι απίθανο, σώσαμε τη ζωή αυτού του κοριτσιού». Ήμασταν τελείως αλαζόνες. Μας πήρε ο ύπνος -- κι εγώ ήμουν σε αυτό το δωμάτιο για μήνες πλέον. Πάντα θερμαίνουν υπερβολικά τα ξενοδοχεία στην Κορέα, έτσι την ημέρα πάντα άφηνα το παράθυρο ανοικτό. Και μετα το βράδυ, γύρω στα μεσάνυχτα, κλείνουν τη θέρμανση. Έτσι γύρω στη 1 π.μ. το δωμάτιο θα έφτανε τους -20 και θα σηκωνόμουν. Το έκανα αυτό κάθε βράδυ που έμενα εκεί. Οπότε και πάλι, είναι 1 π.μ., το δωμάτιο είναι παγωμένο, πάω να κλείσω το παράθυρο και ακούω κόσμο να φωνάζει έξω, και σκέφτομαι: «Μάλλον μόλις έκλεισαν τα μπαρ». Δεν μιλάω Κορεάτικα, αλλά ακούω τις φωνές, και δεν ακούω θυμό, ακούω τρόμο. Ανοίγω το παράθυρο, κοιτάω έξω, και φλόγες βγαίνουν από το ξενοδοχείο, και το ξενοδοχείο έχει αρπάξει φωτιά. Τρέχω στον Τζην και τον ξυπνάω, του λέω: «Τζην, μην τρομάξεις, αλλά νομίζω το ξενοδοχείο έχει αρπάξει φωτιά». Και τώρα καπνός και φλόγες φαίνονται από τα παράθυρά μας -- ήμασταν τον 11ο όροφο. Οπότε οι δυό μας να λέμε: «Θεέ μου, Θεέ μου!» Προσπαθούμε να ξυπνήσουμε τη Νατάσα αλλά να μην μπορούμε να της μιλήσουμε. Ξέρετε πως είναι τα παιδιά όταν έχουν κοιμηθεί για καμμιά ώρα, είναι λες και πήραν πέντε Βάλιουμ -- είναι μπερδεμένα. Και να μην μπορούμε να της μιλήσουμε. Και θυμάμαι ο γιός του είχε αυτές τις μπότες με τα ψηλά κορδόνια, και να προσπαθούμε να του τα δέσουμε. Προσπαθούμε να φτάσουμε στην πόρτα, τρέχουμε και την ανοίγουμε και είναι λες και μπήκαμε σε ένα φούρνο. Άνθρωποι φωνάζουν, γυαλιά να σπάνε, ακούγονται περίεργα χτυπήματα. Το δωμάτιο γέμισε καπνούς σε 2 δευτερόλεπτα. Γυρίζει ο Τζην και μου λέει: «Δεν θα τα καταφέρουμε». Κλείνει την πόρτα και το δωμάτιο έχει γεμίσει καπνό. Πνιγόμαστε όλοι και μπάινει καπνός από τον εξαερισμό, κάτω από την πόρτα. Άνθρωποι φωνάζουν. Θυμάμαι αυτό το απίστευτο, απόλυτο χάος. Θυμάμαι να κάθομαι κοντά στο κρεβάτι και ήμουν τόσο -- είχα δύο κυρίαρχα συναισθήματα. Το ένα ήταν απόλυτος τρόμος -- να λέω: «Θεέ μου, σε παρακαλώ θέλω απλά να ξυπνήσω. Πρέπει να είναι εφιάλτης, δεν μπορεί να συμβαίνει. Σε παρακαλώ, πρέπει να ξυπνήσω, πρέπει να είναι εφιάλτης». Και το άλλο ήταν απίστευτες τύψεις. Έδω το έπαιζα Θεός με τις ζωές των φίλων μου, του γιου τους, της Νατάσας, αυτά παθαίνεις όταν το παίζεις Θεός, πληγώνεις κόσμο. Θυμάμαι να είμαι τόσο φοβισμένος και τρομοκρατημένος. Και ο Τζην, πεσμένος στο πάτωμα λέει: «Φίλε, πρέπει να μουλιάσουμε πετσέτες». Του λέω: «Τι;» Λέει: «Πρέπει να βρέξουμε πετσέτες. Θα πεθάνουμε από τον καπνό». Τρέχουμε λοιπόν στο μπάνιο, παίρνουμε πετσέτες, τις βάζουμε στο πρόσωπό μας και στα πρόσωπα των παιδιών. Και μετά ρωτάει: «Έχεις κολλητική ταινία;» «Τι;» -- «Έχεις κολλητική ταινία;» Και είπα: «Ναι, κάπου στην τσάντα μου». Και λέει: «Πρέπει να σταματήσουμε τον καπνό». Είπε: «Μόνο αυτό μπορούμε να κάνουμε, πρέπει να σταματήσουμε τον καπνό». Δηλαδή, δοξα τω Θεώ για τον Τζην. Οπότε βάλαμε τους καταλόγους μπροστά από τον εξαερισμό στον τοίχο βάλαμε κουβέρτες στο πάτωμα στην πόρτα, πήγαμε τα παιδιά στο παράθυρο ώστε να πάρουν αέρα. Υπήρχε ένα καινούργιο κτήριο που χτιζόταν, ακριβώς μπροστά, απέναντι από το ξενοδοχείο. Εκεί στο κτήριο βρίσκονταν φωτογράφοι περιμένοντας να δουν κόσμο να πηδάει. Έντεκα άνθρωποι πέθαναν στη φωτιά. Πέντε πήδηξαν και πέθαναν, άλλοι πέθαναν από τον καπνό. Ξαφνικά, ακούμε δυνατά χτυπήματα στην πόρτα μετά από 45 λεπτά, σε όλο αυτό, και άνθρωποι φωνάζουν στα Κορεάτικα. Θυμάμαι ότι η Νατάσα δεν ήθελε να ανοίξουμε την πόρτα -- συγγνώμη, εγώ προσπαθούσα να μην ανοίξουμε την πόρτα, επειδή είχαμε περάσει τόση ώρα μονώνοντάς το δωμάτιο. Δεν ήξερα ποιος ήταν, δεν ήξερα τι ήθελαν, και η Νατάσα κατάλαβε πως ήταν πυροσβέστες που προσπαθούσαν να μας βγάλουν. Θυμάμαι τη φασαρία στην πόρτα, προσπαθώντας να την ανοίξουν. Τελικά 12 ώρες αργότερα είμαστε στο λόμπι. Ο Τζην τελικά χρησιμοποίησε το παλτό του και τη γροθιά του ώστε να ανοίξει το ντουλάπι με τα ποτά. Κόσμος στο πάτωμα. Ήταν από τις πιο τρομαχτικές νύχτες.
Μετά από 12 ώρες, νοικιάσαμε ένα αυτοκίνητο, όπως είχαμε σχεδιάσει, και οδηγήσαμε πίσω στο χωριό της Νατάσας. Και συνεχίσαμε να λέμε: «Συνειδητοποιείς πως πεθαίναμε σε πυρκαγιά στο ξενοδοχείο 8 ώρες πριν;» Είναι τόσο περίεργο πως η ζωή απλά συνεχίζεται. Η Νατάσα ήθελε να γνωρίσει τον αδελφό και τον πατέρα της στο χωριό, και την ημέρα που φτάσαμε έτυχε να είναι τα 60α γενέθλια ενός άνδρα. Αυτός ο άνθρωπος είναι 60 χρονών. Έτσι ήταν διπλή γιορτή, επειδή η Νατάσα ήταν η πρώτη από το χωριό της που θα πήγαινε στην Αμερική. Αυτές είναι οι σκηνές-θερμοκήπια. Εδώ οι μεγάλοι μαθαίνουν στον Τζην τους χορούς τους. Ήπιαμε πολύ κρασί από ρύζι. Ήμασταν και οι δύο τόσο μεθυσμένοι, δεν το πίστευα.
Εδώ είναι η τελευταία φωτογραφία πριν ο Τζην και ο Τιμ πάνε πίσω. Μας είχαν πει πως θα χρειαζόταν να περάσει ένας χρόνος για προχωρήσει η υιοθεσία. Τι μπορεί να κάνουν ένα χρόνο; Έτσι βρήκα τα ονόματα όλων των υπευθύνων από τη μεριά της Κορέας και της Αμερικής, τους φωτογράφησα, και τους είπα πόσο διάσημοι θα γίνουν όταν τελειώσει αυτό το βιβλίο. Τέσσερις μήνες αργότερα, πέρασαν τα χαρτιά υιοθεσίας. Εδώ λέει αντίο σε όλους στο ορφανοτροφείο. Εδώ ο Πατέρας Κην με τη Νατάσα στη στάση λεωφορείου. Η θεία της στο αεροδρόμιο. Είχα μια απίστευτη συμφωνία με τις αερογραμμές της Cathay Pacific για πολλά χρόνια, όπου μου έδιναν δωρεάν πτήσεις με αντάλλαγμα φωτογραφίες. Ήταν το απόλυτο προνόμιο. Και ο πιλότος, που βασικά τον ήξερα -- επειδή με αφήναν να κάθομαι μπροστά, για να καταλάβετε πόσο παλιά ήταν. Αυτό ήταν ένα Tri-Star κι έτσι άφησαν τη Νατάσα να κάτσει μπροστά. Και ο πιλότος, ο Τζεφ Κάουλι, γύρισε πίσω και υιοθέτησε ένα από τα παιδιά του ορφανοτροφείου αφού γνώρισε τη Νατάσα.
Αυτό είναι 28 ώρες αργότερα στην Ατλάντα. Είναι πολύ μεγάλη πτήση. Και απλά για να γίνουν ακόμα πιο παράξενα όλα, η Γκέιλ, η καινούργια μαμά της Νατάσας, ήταν 3 μέρες από το να γεννήσει την κόρη της. Άμα το γράφατε αυτό, θα λέγατε: «Ωχ, πρέπει να ξαναγράψουμε το σενάριο αλλιώς». Αυτό είναι το πρώτο βράδυ που γνωρίζει η Νατάσα τα νέα της ξαδέλφια, θείους και θείες. Ο Τζην και η Γκέιλ τους ξέρουν όλους στην Ατλάντα -- είναι το πιο κοινωνικό ζευγάρι που μπορείτε να φανταστείτε. Σε αυτό το σημείο η Νατάσα δεν μιλάει λέξη Αγγλικά εκτός από τα λίγα που της έμαθε ο Πατέρας Κην. Αυτή είναι η Κάιλι, η αδελφή της, που τώρα είναι γιατρός, στα δεξιά. Αυτή ήταν μια συμφωνία που είχα με τη Νατάσα: όταν φτάναμε στην Ατλάντα μπορούσε να μου κόψει το μούσι. Ποτέ δεν της άρεσε.
Έμαθε Αγγλικά σε τρεις μήνες. Πήγε στην 1η Γυμνασίου χωρίς να χάσει χρόνο. Ο όρκος στη σημαία για πρώτη φορά. Αυτή είναι η δασκάλα της μαγειρικής της. Η Νατάσα μου είπε πως πολλά από τα παιδιά τη θεωρούσαν φαντασμένη επειδή όταν της μιλούσαν εκείνη δεν απαντούσε και δεν καταλάβαιναν πως δεν μιλούσε καλά Αγγλικά στην αρχή. Αλλά αυτό που πρόσεξα, ως παρατηρητής και πάλι, ήταν πως εκείνη διάλεγε ποιος θα είναι στην ομάδα της και πάλι, φαινόταν πολύ δημοφιλής, πολύ γρήγορα. Θυμάστε στη φωτογραφία, πόσο έμοιαζε στη γιαγιά της στην αρχή; Πολλοί λένε στη Νατάσα πόσο πολύ μοιάζει στη μητέρα της, τη Γκέιλ. Αυτή είναι μια στιγμή έντασης στον πρώτο αγώνα ποδοσφαίρου, νομίζω. Και η Κάιλι -- ήταν σχεδόν σαν να είναι κόρη της η Κάιλι. Εδώ βαφτίζεται. Πολλοί γονείς, όταν υιοθετούν, θέλουν να σβήσουν την ιστορία των παιδιών. Η Γκέιλ και ο Τζην έκαναν το εντελώς αντίθετο. Μάθαιναν Κορεάτικα, αγόρασαν Κορεάτικα ρούχα. Ο Τζην έκανε λίγη δουλειά με τα πλακάκια στην κουζίνα, που έλεγαν «Μια φορά κι έναν καιρό, ήταν ένα όμορφο κορίτσι που ήρθε από τους λόφους της Κορέας για να ζήσει αυτή καλά κι εμείς καλύτερα στην Ατλάντα».
Μισεί αυτή τη φωτογραφία -- ήταν η πρώτη της δουλειά. Αγόρασε ένα κόκκινο αυτοκίνητο με τα χρήματα που έβγαλε δουλεύοντας στο Burger King. Αρχηγός στις μαζορέτες. Καλλιστεία. Έκανα τη χριστουγεννιάτικη κάρτα τους κάθε χρόνο. Ο Τζην φτιάχνει αυτό το αμάξι εδώ και εκατό χρόνια.
Η Κόντακ προσέλαβε τη Νατάσα ως μεταφράστρια στους Ολυμπιακούς στην Κορέα. Ο μελλοντικός άντρας της, Τζεφ, δούλευε για την Κάνον, και γνώρισε τη Νατάσα στο Ολυμπιακό Χωριό. Αυτό είναι το πρώτο της ταξίδι στην Κορέα, εδώ ο θείος της. Η μισή αδελφή της. Επέστρεψε στο χωριό. Αυτή είναι η μητέρα της καλύτερής της φίλης. Πάντα μου θύμιζε την Άννυ Χωλ με αυτά τα ρούχα. Είναι απλά τόσο ενδιαφέρον, απλά να παρακολουθείς -- αυτή είναι η μητέρα της στο βάθος. Η μέρα του γάμου της Νατάσας. Ο Τζην δείχνει λίγο μεγαλύτερος. Αυτός είναι ο Σίντεϊ, που γίνεται 3 ετών σε λίγες μέρες. Αυτός είναι ο Έβαν.
Νατάσα, μπορείς να σηκωθείς λίγο, ίσως απλά να πεις γεια σε όλους; (Χειροκρότημα) Η Νατάσα δεν με έχει ακούσει πότε να λέω την ιστορία. Δηλαδή -- έχουμε δει τις φωτογραφίες μαζί.
Νατάσα: Έχω δει τις φωτογραφίες ένα εκατομμύριο φορές, αλλά σήμερα ήταν η πρώτη φορά που τον βλέπω να κάνει ολόκληρη την παρουσίαση. Έβαλα τα κλάματα.
Ρικ Σμόλαν: Είμαι σίγουρος υπάρχουν 40 πράγματα που θα μου πει: «Δεν έγινε έτσι, δεν είπες αυτό». Νατάσα: Αργότερα θα τα πούμε. (Γέλια)
ΡΣ: Ευχαριστούμε Μάικ και Ρίτσαρντ, που μας αφήσατε να πούμε την ιστορία. Σας ευχαριστώ όλους. (Χειροκρότημα)
You can share this video by copying this HTML to your clipboard and pasting into your blog or web page. This video will play with subtitles.
You either have JavaScript turned off or have an old version of the Adobe Flash Player. To view this rating widget you
need to get the latest Flash player.
If your browser allows only "trusted sites" to execute Javascript, you should add the "googleapis.com" domain to your whitelist to allow our Flash detection to work properly.
Got an idea, question, or debate inspired by this talk? Start a TED Conversation.
Ο φωτογράφος Ρικ Σμόλαν αφηγείται την αξέχαστη ιστορία ενός νεαρού «Αμερικανοασιατικού» κοριτσιού, μιας μοιραίας φωτογραφίας και μια απρόσμενη ιστορία υιοθεσίας.
Rick Smolan is the co-founder of the America 24/7 and Day in the Life photography series -- and a natural storyteller in many media. His latest books are America at Home and Blue Planet Run. Full bio »
Translated into Greek by Sofia Kalamatianou
Reviewed by Mary Keramida
Comments? Please email the translators above.
18:35 Posted: Jan 2007
Views 268,331 | Comments 53
11:14 Posted: Jun 2008
Views 867,536 | Comments 199
14:53 Posted: Aug 2008
Views 608,467 | Comments 62
Just follow the guidelines outlined under our Creative Commons license.
This comment will be attributed to . Not ? Sign Out.