Η National Portrait Gallery είναι ο χώρος αφιερωμένος στην παρουσίαση σπουδαίων Αμερικανών, καταπληκτικών ανθρώπων. Και περί αυτού πρόκειται. Χρησιμοποιούμε τα πορτραίτα ως έναν τρόπο παρουσίασης αυτών των ζωών, αλλά αυτό είναι όλο. Και άρα δε θα μιλήσω σήμερα για τα ζωγραφισμένα πορτραίτα . Θα μιλήσω για ένα πρόγραμμα που ξεκίνησα εκεί, το οποίο, από τη μεριά μου, είναι το πράγμα για το οποίο είμαι περισσότερο περήφανος.
Άρχισα να ανησυχώ για το γεγονός ότι για πολλούς ανθρώπους δεν φτιάχνονται πια πορτραίτα ζωγραφικής ενώ είναι σπουδαίοι άνθρωποι, και θέλουμε να παραδώσουμε στις επόμενες γενιές. Πώς θα το κάνουμε αυτό; Και έτσι είχα την ιδέα μιας σειράς ζωντανών αυτο-πορτραίτων. Και η σειρά των εν ζωή αυτο-πορτραίτων είχε ως βάση την ιδέα του να είμαι εγώ το πινέλο στο χέρι σπουδαίων ανθρώπων από τους οποίους θα έπαιρνα συνέντευξη.
Αυτό που πρόκειται να κάνω είναι, όχι τόσο το να σας παρουσιάσω τις μεγαλες επιτυχίες αυτού του προγράμματος, όσο το να σας δώσω τη γενική ιδέα του πώς να αντιμετωπίζετε ανθρώπους σε μια τέτοια κατάσταση, τι προσπαθείτε εσείς να μάθετε γι'αυτούς, και πότε οι άνθρωποι συμμετέχουν και πότε όχι και γιατί.
Τώρα, είχα δυο προϋποθέσεις. Η πρώτη ήταν να είναι Αμερικανοί. Και αυτό γιατί, από τη φύση της η National Portrait Gallery, δημιουργήθηκε για να καταγράφει τη ζωή Αμερικανών. Αυτό ήταν εύκολο, αλλά μετά αποφάσισα, ίσως αυθαίρετα, ότι έπρεπε να είναι άνθρωποι μιας κάποιας ηλικίας, που εκείνη την εποχή, όταν δημιούργησα αυτό το πρόγραμμα, φάνταζε πολύ μεγάλη. Άνθρωποι εξήντα, εβδομήντα, ογδόντα και ενενήντα χρονών. Για προφανείς λόγους, δε μου φαίνονται πια τόσο μεγάλοι.
Και γιατί το έκανα αυτό; Πρώτα απ'όλα είμαστε μια κουλτούρα που έχει εμμονή με τα νιάτα. Και σκέφτηκα ότι αυτό που πραγματικά χρειαζόμαστε είναι ένα πρόγραμμα με γεροντότερους να κάτσουμε απλά στα πόδια αυτών των σπουδαίων ανθρώπων και να τους ακούμε να μιλούν. Αλλά το δεύτερο μέρος αυτού -- και όσο μεγαλώνω, τόσο πιο πολύ πείθομαι ότι ισχύει. Είναι απίστευτο τι λένε οι άνθρωποι όταν ξέρουν το τέλος της ιστορίας. Αυτό είναι το μόνο πλεονέκτημα που έχουν οι μεγαλύτεροι άνθρωποι. Έχουν και άλλα μικρότερα πλεονεκτήματα, αλλά έχουν και κάποια μειονεκτήματα, αλλά το μόνο πράγμα που έχουν ή μάλλον έχουμε είναι ότι έχουμε φτάσει σε αυτό το σημείο στη ζωή ώστε να ξέρουμε πώς τελειώνει η ιστορία. Άρα, μπορούμε να πάμε πίσω στις ζωές μας, αν έχουμε έναν συνεντευξιαστή που το αντιλαμβάνεται αυτό, και να συλλογιστούμε πώς φτάσαμε εκεί. Όλα αυτά τα ατυχήματα που καταλήγουν στο να δημιουργούν την ιστορία της ζωής που κληρονομήσαμε
Άρα, σκέφτηκα, εντάξει, τώρα τι χρειάζεται για να πετύχει αυτό; Υπάρχουν πολλά είδη συνεντεύξεων. Τα ξέρουμε. Υπάρχουν οι δημοσιογραφικές συνεντεύξεις με την ανάκριση που είναι αναμενόμενη. Αυτό είναι κάπως ενάντιο στην αντίσταση και την εξυπνάδα από τη μεριά του συνεντευξιαζόμενου. Έπειτα υπάρχει η συνέντευξη των διασημοτήτων όπου είναι πιο σημαντικό ποιος ρωτά την ερώτηση παρά το ποιος απαντά. Αυτή είναι η περίπτωση της Μπάρμπαρα Γουόλτερς και άλλων όπως αυτή, και μας αρέσει αυτό. Αυτή είναι η περίπτωση Φρόστ-Νίξον, όπου ο Φρόστ μοιάζει το ίδιο σημαντικός όσο και ο Νίξον σε αυτήν τη διαδικασία. Ωραία!
Αλλά εγώ ήθελα διαφορετικές συνεντεύξεις. Ήθελα να είναι, όπως το σκέφτηκα αργότερα, γεμάτες ενσυναίσθηση, που σημαίνει, να νιώσω τι θέλαν να πουν και να είναι ο μεσάζων στην αυτο-αποκάλυψη τους. Παρεμπιπτόντως, συνέβαιναν πάντοτε παρουσία κοινού. Δεν ήταν ένα προφορικό πρόγραμμα ιστορίας. Επρόκειτο για περίπου 300 ανθρώπους που κάθονταν στα πόδια ενός ατόμου, και είχαν εμένα ως το πινέλο στη διημιουργία του αυτο-πορτραίτου του.
Τώρα, φαίνεται ότι ήμουν αρκετά καλός σε αυτό. Δεν το ήξερα όταν το ξεκίναγα. Και ο μόνος λόγος που πραγματικά το ξέρω είναι χάρη σε μια συνέντευξη που έκανα με τον Γερουσιαστή Γουίλιαμ Φουλμπράιτ, έξι μήνες μετά από ένα εγκεφαλικό επεισόδιο που είχε. Και δεν είχε εμφανιστεί ποτέ δημοσίως από τότε. Δεν επρόκειτο για ένα συντριπτικό εγκεφαλικό επεισόδιο αλλά είχε επηρεάσει την ομιλία του και ούτω καθεξής. Εγώ νόμιζα ότι άξιζε τον κόπο, αυτός νόμιζε ότι άξιζε τον κόπο, και έτσι ανεβήκαμε στην σκηνή, και είχαμε μια συζήτηση μιας ώρας για τη ζωή του, και μετά από αυτό μια γυναίκα έτρεξε σε μένα, στην κυριολεξία, και μου είπε, "Πού εκπαιδευτήκατε ως γιατρός;"
Και απάντησα, "Δεν έχω εκπαιδευτεί ως γιατρός. Δεν το ισχυρίστηκα ποτέ αυτό.¨
Και είπε, "Κάτι πολύ περίεργο συνέβαινε. Οταν ξεκινούσε μια πρόταση, ιδιαίτερα, στην αρχή της συνέντευξης, και σταματούσε, του δίνατε τη λέξη, τη γέφυρα να φτάσει στο τέλος της πρότασης, και προς το τέλος της, μιλούσε με πλήρεις φράσεις από μόνος". Δεν ήξερα τι συνέβαινε, αλλά ήμουν εντελώς μέσα στη διαδικασία του να βγει αυτό.
Και έτσι σκέφτηκα, εντάξει, ωραία, έχω ενσυναίσθηση, ή η ενσυναίσθηση, πάντως είναι κρίσιμη για τέτοιου είδους συνεντεύξεις. Και τότε άρχισα να σκέφτομαι άλλα πράγματα. Ποιος μπορεί να δώσει μια σπουδαία συνέντευξη σε αυτό το πλαίσιο; Δεν έχει να κάνει με τη διάνοια, την ποιότητα της διάνοιάς τους. Μερικοί από αυτούς ήταν λαμπρότατοι, μερικοί από αυτούς ήταν, ξέρετε, κανονικοί άνθρωποι που δε θα ισχυρίζονταν ποτέ ότι είναι διανοούμενοι, αλλά δεν επρόκειτο ποτέ γιαυτό. Επρόκειτο για την ενέργειά τους. Είναι η ενέργεια που δημιουργεί εξαιρετικές συνεντεύξεις και εξαιρετικές ζωές. Είμαι πεπεισμένος για αυτό. Και δεν είχε να κάνει με την ενέργεια της νιότης. Αυτοί ήταν άνθρωποι ενενήντα ετών.
Μάλιστα, το πρώτο πρόσωπο από το οποίο πήρα συνέντευξη, ήταν ο Τζωρτζ Άμποτ, που ήταν 97 και ο Άμποτ ήταν γεμάτος με την δύναμη για ζωή-- νομίζω έτσι το βλέπω--γεμάτος από αυτό. Και αυτό γέμισε την αίθουσα, και είχαμε μια εξαιρετική συζήτηση. Υποτίθεται ότι ήταν η πιο δύσκολη συνέντευξη που θα μπορούσε να κάνει κανείς γιατί είχε τη φήμη ότι έμενε σιωπηλός, ότι δεν έλεγε τίποτα ποτέ παρά μια δυο λέξεις. Και, στην πραγματικότητα, κατέληξε με το να ανοιχθεί -- παρεμπιπτόντως, η ενέργεια του αποδεικνύεται και με άλλους τρόπους. Στη συνέχεια παντρεύτηκε ξανά σε ηλικία 102 ετών, άρα, είχε, ξέρετε, πολλή δύναμη για ζωή μέσα του.
Αλλά μετά τη συνέντευξη, έλαβα ένα τηλεφώνημα, μια πολύ τραχεία φωνή, από μια γυναίκα, δεν ήξερα ποια ήταν, και είπε, "Κατάφερες να κάνεις τον Τζωρτζ Άμποτ να μιλήσει;"
Και είπα, "Ναι, φαίνεται πως τον έκανα."
Και είπε, "Είμαι η παλιά του φιλενάδα, η Μωρήν Στέηπλετον, και δεν το κατάφερα ποτέ." Και έπειτα με έκανε να πάω με μια κασέτα της συνέντευξης και να της αποδείξω ότι ο Τζωρτζ Άμποτ μπορούσε στ' αλήθεια να μιλήσει.
Άρα, ξέρετε, θέλουμε ενέργεια, θέλουμε δύναμη για ζωή, αλλά θέλουμε στην πραγματικότητα να σκεφτούν και οι ίδιοι ότι έχουν μια ιστορία που αξίζει να την μοιραστούν. Οι χειρότερες συνεντεύξεις που μπορεί κάποιος να κάνει είναι με ανθρώπους που είναι μετριόφρονες. Μην ανεβείτε ποτέ σε μια σκηνή με κάποιον που είναι μετριόφρων γιατί όλοι αυτοί οι άνθρωποι [στο κοινό] έχουν συγκεντρωθεί εκεί για να τους ακούσουν, και κάθονται εκεί και λένε, "Ααα, αηδία, ήταν τυχαίο." Δεν υπάρχει τίποτα που να δικαιολογεί γιατί οι άνθρωποι να κάθονται για ώρες μαζί τους.
Η χειρότερη συνέντευξη που έκανα ποτέ: ο Γουίλιαμ Λ. Σάιρερ. Ο δημοσιογράφος που έγραψε "Την Ανοδο και την Πτώση του Τρίτου Ράιχ." Αυτός ο άνθρωπος είχε γνωρίσει τον Χίτλερ και τον Γκάντι μέσα σε διάστημα έξι μήνων, και κάθε φορά που θα τον ρωτούσα για αυτό, απαντούσε, "Ω, απλά έτυχε να έιμαι εκεί. Δεν είχε σημασία." Ο,τι νάναι! Απαίσιο. Δε θα συμφωνούσα ποτέ να πάρω συνέντευξη από ένα μετριόφρον άτομο. Πρέπει να νομίζουν ότι έχουν κάνει κάτι και ότι θέλουν να το μοιραστούν μαζί σου.
Αλλά στο τέλος, αυτό που μετράει είναι πώς προσπερνάμε τα εμπόδια που βάζουμε. Ολοι μας είμαστε δημόσια και ιδιωτικά όντα, και αν αυτό που πρόκειται να πάρουμε από τον συνεντευξιαζόμενο είναι μόνο η δημόσια πλευρά του, τότε δεν έχει κανένα νόημα. Είναι προγραμματισμένο εκ των προτέρων. Είναι έτοιμες πληροφορίες και όλοι έχουμε έτοιμες πληροφορίες να δώσουμε για τις ζωές μας. Ξέρουμε τις σπουδαίες φράσεις, ξέρουμε τις σπουδαίες στιγμές, ξέρουμε τι πρόκειται να μοιραστούμε, και η ουσία αυτού θα ήταν να μη φέρουμε κανένα σε δύσκολη θέση. Αυτό δεν ήταν -- και μερικοί από σας θα θυμάστε τις παλιές συνεντεύξεις του Μάικ Γουάλας-- σκληρές, επιθετικές και ούτω καθεξής. Εχουν και αυτές τη θέση τους.
Προσπαθούσα να τους κάνω να πουν αυτό που πιθανόν θέλανε να πουν, να βγουν από τα κουκούλι του δημόσιου εαυτού τους, και όσο πιο δημόσιοι υπήρξαν, τόσο πιο περιχαρακωμένο αυτό το πρόσωπο, το πρόσωπο τους προς τα έξω, ήταν. Και αφήστε με να σας πω αμέσως τη χειρότερη και την καλύτερη στιγμή που συνέβει σε αυτή τη σειρά συνεντεύξεων. Έχει να κάνει με αυτό το κέλυφος που οι περισσότεροι από μας έχουμε, και ιδιαίτερα κάποιοι άνθρωποι.
Υπάρχει μια εξαιρετική γυναίκα που λέγεται Κλαιρ Μπουθ Λους. Θα είναι καθοριστικό για τη γενιά σας το αν το όνομα της σημαίνει πολλά για σας. Εκανε τόσα πολλά. Ηταν θεατρική συγγραφέας. Έγραψε ένα εξαιρετικό έργο που λέγεται "Οι Γυναίκες." Ήταν μέλος της Συγκλήτου, όταν δεν υπήρχαν πολλές γυναίκες μέλη της Συγκλήτου. Ήταν συντάκτης του Vanity Fair, μια από τις σπουδαίες γυναίκες φαινόμενα της εποχής της. Και, κατά τύχη, την ονομάζω η Έλεανορ Ρούζβελτ της Δεξιάς. Η Δεξιά τη θαύμαζε κατά κάποιο τρόπο με τον τρόπο που η Αριστερά θαύμαζε την Έλεανορ Ρούζβελτ. Και, στην πραγματικότητα, όταν κάναμε τη συνέντευξη, ενώ έκανα το ζωντανό αυτοπορταίτο της, υπήρχαν τρεις πρώην διευθυντές της CIA που κάθονταν στην ουσία στα πόδια της, απολαμβάνοντας απλά την παρουσία της.
Και σκεφτόμουν, αυτό θα είναι πανεύκολο, γιατί πάντα έχω προκαταρκτικές συζητήσεις με αυτούς τους ανθρώπους μόνο για 10 με 15 λεπτά. Δε μιλάμε ποτέ πριν από τη συνέντευξη γιατί αν μιλήσουμε, δε λειτουργεί επί σκηνής. Οι δυο μας είχαμε μια πολύ ευχάριστη συζήτηση.
Ήμαστε επί σκηνής και τότε -- παρεμπιπτόντως, ήταν εκθαμβωτική. Ήταν όλα μέρος του στυλ Κλαιρ Μπουθ Λους. Φορούσε ένα σπουδαίο βραδινό φόρεμα. Ήταν 80 χρονών σχεδόν την ημέρα της συνέντευξης, και να μαστε, και απλά ξεκίνησα με τις ερωτήσεις. Και ύψωσε ένα τοίχος. Ηταν απίστευτο. Ο,τι και να ρωτούσα, θα το διαστρέβλωνε, θα το απέπεμπε, και ήμουν στην ουσία εκεί πάνω -- όλοι σας όσοι κινείστε στον κόσμο της ψυχαγωγίας από τον μετριοπαθή εως και τον σκληροπυρηνικό, ξέρετε τι θα πει να πεθαίνεις επι σκηνής. Και πέθαινα. Δεν μου έδινε τίποτα απολύτως.
Και είχα αρχίσει να αναρωτιέμαι τι συνέβαινε, και κάποιος σκέφτεται ενώ μιλά, και στην ουσία, σκέφτηκα, "Το βρήκα!" Οταν ήμασταν μόνοι μας, ήμουν το κοινό της. Τώρα είμαι ο ανταγωνιστής της για το κοινό. Αυτό είναι το πρόβλημα εδώ, και με αντιμάχεται για αυτό, και τότε της έκανα μια ερώτηση -- Δεν ήξερα τι θα κατάφερνα από αυτό-- τη ρώτησα για τις μέρες της ως θεατρική συγγραφές, και ξανά, με χαρακτηριστικό τρόπο, αντί να πει, "Ω, ναι, ήμουν θεατρική συγγραφέας, κλπ κλπ κλπ," απάντησε, "ω, θεατρική συγγραφέας. Ολοι ξέρουν ότι ήμουν θεατρική συγγραφέας. Οι περισσότεροι άνθρωποι νομίζουν ότι ήμουν ηθοποιός. Δεν ήμουν ποτέ ηθοποιός." Αλλά δεν την είχα ρωτήσει αυτό, και τότε ξέφυγε, και άρχισε, "Ε, λοιπόν, υπήρξε και μια φορά που ήμουν και ηθοποιός. Επρόκειτο για μια φιλανθρωπική εκδήλωση στο Κονέκτικατ όταν ήμουν μέλος της Συγκλήτου, και ανέβηκα εκεί" και συνέχιζε να μιλάει, "Και τότε ανέβηκα στη σκηνή.¨
Και τότε γύρισε σε μένα και είπε, "Και ξέρεις τι κάνανε αυτοί οι νέοι ηθοποιοί; Με επισκίασαν." Και ρώτησε, "Ξέρεις τι είναι αυτο;" μαραίνοντας με περιφρόνηση.
Και με κοίταξε, και ήταν μια επιτυχημένη "λαβή", και έπειτα, μετά από αυτό, μετέδωσε με έναν εξαιρετικό τρόπο πώς ήταν στα αλήθεια η ζωή της.
Πρέπει να το τελειώσω αυτό. Αυτός είναι ο φόρος τιμής μου στη Κλαιρ Μπουθ Λους. Και πάλι, ένα αξιόλογο πρόσωπο. Δεν με ελκύει πολιτικά, αλλά με ελκύει η δύναμη της για ζωή. Και ο τρόπος που πέθανε -- προς το τέλος είχε έναν όγκο στον εγκέφαλο. Αυτό είναι πιθανώς ο πιο τρομερός τρόπος θανάτου που μπορείτε να φανταστείτε και πολύ λίγοι από μας ήμασταν καλεσμένοι σε ένα δείπνο.
Και είχε τρομερούς πόνους. Και όλοι το ξέραμε αυτό. Έμεινε στο δωμάτιό της. Όλοι ήρθαν. Ο μπάτλερ σέρβιρε τα καναπεδάκια... τα συνηθισμένα. Τότε, σε μια συγκεκριμένη στιγμή, η πόρτα άνοιξε και βγήκε ντυμένη στην εντέλεια, με απόλυτη κυριαρχία. Ο δημόσιος εαυτός της, η ομορφιά, η διάνοια, και περπάτησε τριγύρω και μίλησε σε όλους εκεί και έπειτα πήγε πίσω στο δωμάτιο της και δεν εμφανίστηκε ποτέ ξανά. Ήθελε τον έλεγχο της τελευταίας της στιγμής, και το έκανε με εκπληκτικό τρόπο.
Τώρα, υπάρχουν και άλλοι τρόποι να κάνεις κάποιον να ανοιχθεί, και αυτό είναι απλά μια σύντομη αναφορά. Δεν ήταν τέτοιου είδους "λαβή", αλλά ήταν μια έκπληξη για το συγκεκριμένο άτομο. Πήρα συνέντευξη από τον Στηβ Μάρτιν. Δεν πάει πολύς καιρός. Και καθόμασταν εκεί, και σχεδόν στην αρχή της συνέντευξης, γύρισα σε αυτόν και είπα, "Στηβ," ή "κε. Μάρτιν, λέγεται ότι όλοι οι κωμικοί είχαν δυστυχισμένες παιδικές ηλικίες. Ήταν η δική σας δυστυχισμένη;"
Και με κοίταξε, ξέρετε, σα να έλεγε, "Έτσι θα ξεκινήσεις, μια κι έξω;" Και μετά γύρισε σε μένα, έξυπνα, και είπε, "Πώς ήταν η δική σου παιδική ηλικία;"
Και απάντησα -- όλες αυτές είναι μικρές "λαβές", αλλά είναι τρυφερές-- και απάντησα, "Ο πάτερας μου ήταν τρυφερός και με στήριζε, γι'αυτό δεν είμαι αστείος."
Και με κοίταξε, και μετά ακούσαμε τη μεγάλη θλιβερή ιστορία. Ο πατέρας του ήταν ένα κάθαρμα, και, μάλιστα, ήταν άλλος ένας κωμικός ηθοποιός με μια δυστυχισμένη παιδική ηλικία, αλλά τώρα μιλούσαμε ανοιχτά. Άρα η ερώτηση είναι: Ποιο είναι το κλειδί που θα σας επιτρέψει να προχωρήσετε;
Αυτές είναι ερωτήσεις που προκαλούν αψιμαχίες, αλλά θέλω να σας μιλήσω για ερωτήσεις που σχετίζονται με την ενσυναίσθηση και που στην πραγματικότητα, πολύ συχνά, είναι οι ερωτήσεις που οι άνθρωποι περιμένουν ολόκληρη τη ζωή τους να τους ρωτήσουν. Και θα σας δώσω δυο παραδείγματα, εξαιτίας του χρονικού περιορισμού.
Το ένα ήταν η συνέντευξη που έκανα με έναν από τους σπουδαίους Αμερικανούς βιογράφους. Και πάλι, μερικοί από σας θα τον ξέρετε, οι περισσότεροι όχι, ο Ντούμας Μαλόουν. Έγραψε μια πεντάτομη βιογραφία του Τόμας Τζέφερσον, πέρασε στην κυριολεξία όλη του την ζωή με τον Τόμας Τζέφερσον, και παρεμπιπτόντως, σε κάποιο σημείο τον ρώτησα, "Θα θέλατε να τον είχατε γνωρίσει;"
Και είπε, "Φυσικά, αλλά στην πραγματικότητα, τον ξέρω καλύτερα από καθένα που τον γνώρισε ποτέ, γιατί διάβασα όλα του τα γράμματα." Άρα, ήταν πολύ ικανοποιημένος με τη σχέση που είχαν για πάνω από 50 χρόνια.
Και τον ρώτησα μια ερώτηση. Του είπα, "Σας απογοήτευσε ποτέ ο Τζέφερσον;"
Και αυτός ο άνθρωπος που έδωσε όλη του την ζωή για να αποκαλύψει τον Τζέφερσον και να συνδεθεί μαζί του, είπε" Λοιπόν...." -- έχω κακή νότια προφορά, Ο Ντούμας Μαλόουν είχε καταγωγή από το Μισισίπι. Αλλά είπε, "Λοιπόν," είπε, "Φοβάμαι πως ναι." Είπε, "Ξέρετε, έχω διαβάσει τα πάντα, και μερικές φορές ο κος Τζέφερσον λείαινε την αλήθεια λιγάκι."
Και στην ουσία έλεγε ότι επρόκειτο για έναν άνδρα που είχε πει περισσότερα ψέματα απ΄ότι θα επιθυμούσε να είχε πει, γιατί είχε δει τα γράμματα. Είπε, "Αλλά, το καταλαβαίνω αυτό." Είπε "Το καταλαβαίνω αυτό." Είπε "Σε μας τους Νότιους, αρέσουν οι λείες επιφάνειες, και έτσι υπήρχαν περιπτώσεις που δεν ήθελε τη σύγκρουση."
Και είπε, "Από την άλλη, ο Τζον 'Ανταμς παραήταν ειλικρινής." Και άρχισε να μιλάει για αυτό, και στη συνέχεια με κάλεσε στο σπίτι του, και γνώρισα τη σύζυγο του που ήταν από την Μασαχουσέτη, και οι δυο τους είχαν ακριβώς τη σχέση του Τόμας Τζέφερσον με τον Τζον Άνταμς. Αυτή ήταν από τη Νεα Αγγλία και ήταν τραχεία, και αυτός ήταν ο αβρός τύπος.
Αλλά η πιο σημαντική ερωτήση που στην πραγματικότητα ρώτησα ποτέ, και τις περισσότερες φορές που μιλάω για αυτή, οι άνθρωποι μένουν με το στόμα ανοιχτό με την τόλμη μου, ή τη σκληρότητα, αλλά σας υπόσχομαι, ήταν η σωστή ερώτηση, Αυτή ήταν στην Άγκνες ντε Μιλ. Η Άγκνες ντε Μιλ είναι μια από τις μεγαλύτερες χορογράφους στην ιστορία μας. Βασικά δημιούργησε τους χορούς στην "Οκλαχόμα", μεταμορφώνοντας το Αμερικάνικο θέατρο. Μια σπουδαία γυναίκα.
Την εποχή που της πρότεινα -- παρεμπιπτόντως, θα της είχα κάνει και πρόταση γάμου, ήταν εξαιρετική -- αλλά της πρότεινα να έρθει στο πρόγραμμα. Είπε, "Ελα στο διαμέρισμα μου". Ζούσε στη Νέα Υόρκη. "Ελα στο διαμέρισμα μου και θα μιλήσουμε αυτά τα 15 λεπτά, και μετά θα αποφασίσουμε πώς θα προχωρήσουμε."
Και έτσι εμφανίστηκα σε αυτό το σκοτεινό, ακατάστατο Νεϋορκέζικο διαμέρισμα, και με φώναξε, καθώς ήταν στο κρεβάτι. Ήξερα ότι είχε πάθει ένα εγκεφαλικό, πριν από 10 χρόνια περίπου. Και γι'αυτό περνούσε σχεδόν όλη της τη ζωή στο κρεβάτι, αλλά -- μιλάω για τη δύναμη για ζωή -- ήταν ξεμαλλιασμένη. Δεν είχε φτιαχτεί για αυτήν την περίσταση.
Και καθόταν εκεί περιτριγυρισμένη από βιβλία, και το πιο πολύτιμο αγαθό της εκείνη τη στιγμή, ένιωθε πως ήταν η διαθήκη της, που είχε στο πλάι της. Δεν ήταν δυστυχής. Είχε παραιτηθεί. Είπε, "Κρατώ αυτή τη διαθήκη δίπλα στο κρεβάτι μου, να μου θυμίζει το θάνατο, και την αλλάζω συνεχώς απλά επειδή το θέλω." Και αγαπούσε την προοπτική του θανάτου όσο είχε αγαπήσει και τη ζωή. Σκέφτηκα ότι αυτή είναι κάποια που πρέπει να φέρω στη σειρά.
Συμφώνησε. Ήρθε. Φυσικά ήταν σε αναπηρική πολυθρόνα. Το μισό της κορμί είχε προσβληθεί, το άλλο μισό όχι. Φυσικά ήταν περιποιημένη για την περίσταση, αλλά επρόκειτο για μια γυναίκα με μεγάλο σωματικό πόνο. Και είχαμε μια συζήτηση, και έπειτα τη ρώτησα αυτήν την αδιανόητη ερώτηση. Τη ρώτησα, "Ηταν πρόβλημα για σας στη ζωή σας το ότι δεν ήσασταν όμορφη;"
Και το κοινό -- ξέρετε, είναι πάντα με το μέρος του συνεντευξιαζόμενου, και το ένιωσαν σαν ένα είδος επίθεσης, αλλά αυτή ήταν η ερώτηση που εκείνη ήθελε όλη της τη ζωή να τη ρωτήσει κάποιος. Και άρχισε να μιλά για την παιδική της ηλικία, όταν ήταν όμορφη, και κυριολεκτικά έστριψε -- ήταν ένα σπασμένο σώμα-- έστριψε στο κοινό και περιέγραψε τον εαυτό της ως την ωραία δεσποινίδα με τα κόκκινα μαλλιά της και τα ελαφρά της βήματα και ούτω καθεξής, και μετά είπε, "Και ύστερα ήρθε η εφηβεία".
Και άρχισε να μιλά για πράγματα που συνέβησαν στο σώμα της και στο πρόσωπο της, και για το πώς δεν μπορούσε πια να στηρίζεται στην ομορφιά της, και για το ότι η οικογένεια της τη μεταχειριζόταν ως την άσχημη αδερφή της όμορφης που έκανε όλα τα μαθήματα μπαλέτου. Και ότι έπρεπε να είναι με την αδερφή της μόνο ως παρέα, και ότι μέσα από αυτήν την διαδικασία, πήρε διάφορες αποφάσεις. Πρώτα απ'όλα, ότι ο χόρος, αν και δεν της προσφέρθηκε, ήταν η ζωή της. Και δεύτερον, ότι ήταν καλύτερο να γίνει, αν και χόρεψε για λίγο, χορογράφος γιατί τότε η εμφάνιση της δε θα είχε σημασία. Αλλά ήταν ευτυχής να το αποκαλύψει ως ένα πραγματικό γεγονός της ζωής της.
Ηταν ενα απίστευτο προνόμιο το να κάνω αυτή τη σειρά. Υπήρχαν και άλλες τέτοιες στιγμές, πολύ λίγες στιγμές σιωπής. Το σημείο κλειδί ήταν η κατανόηση γιατί ο καθένας στη ζωή του περιμένει πραγματικά ανθρώπους να του κάνουν ερωτήσεις που θα του επιτρέψουν να είναι ειλικρινής για το ποιος είναι και πώς έγινε αυτό που είναι και σας το συνιστώ, ακόμη και αν δεν παίρνετε συνεντεύξεις. Απλά να είστε έτσι με τους φίλους σας και ιδιαίτερα με τα ηλικιωμένα μέλη της οικογένειας σας.
You can share this video by copying this HTML to your clipboard and pasting into your blog or web page. This video will play with subtitles.
You either have JavaScript turned off or have an old version of the Adobe Flash Player. To view this rating widget you
need to get the latest Flash player.
If your browser allows only "trusted sites" to execute Javascript, you should add the "googleapis.com" domain to your whitelist to allow our Flash detection to work properly.
Got an idea, question, or debate inspired by this talk? Start a TED Conversation.
Ο Μαρκ Πάχτερ πήρε συνεντεύξεις σε ζωντανή μετάδοση από μερικούς από τους πιο ενδιαφέροντες χαρακτήρες της πρόσφατης Αμερικάνικης ιστορίας στο πλαίσιο μιας αξιόλογης σειράς που δημιουργήθηκε για την Smithsonian National Portrait Gallery. Αποκαλύπτει το μυστικό για μια σπουδαία συνέντευξη και μοιράζεται αξιοσημείωτες ιστορίες από τις συζητήσεις του με τον Στηβ Μάρτιν, την Κλαίρ Μπουθ Λους και άλλους.
Marc Pachter has spent his career curating and creating intimate portraits of the lives of others. Full bio »
Translated into Greek by Stella Sarma
Reviewed by Katia Demirtzoglou
Comments? Please email the translators above.
18:48 Posted: Oct 2008
Views 218,321 | Comments 46
09:25 Posted: Nov 2009
Views 308,880 | Comments 73
23:05 Posted: Feb 2007
Views 373,886 | Comments 94
Just follow the guidelines outlined under our Creative Commons license.
This comment will be attributed to . Not ? Sign Out.