Όλοι σας ξέρετε αυτή την ιστορία. Το καλοκαίρι του 1950 ο Ενρίκο Φέρμι, Ιταλοαμερικανός φυσικός και κατασκευαστής της ατομικής στήλης, πήγε για μεσημεριανό στο εργαστήριο ερευνών στο Λος Αλάμος όπου βρήκε κάποιους συναδέλφους του και τους έκανε την εξής ερώτηση: «Πού είναι όλοι;». Αυτό προκάλεσε σύγχυση στους συναδέλφους του, προφανώς, αφού κάθονταν εκεί μαζί του. Και τότε αναγκάστηκε να τους διευκρινίσει ότι δεν αναφερόταν σε αυτούς. Αναφερόταν στους εξωγήινους.
Βλέπετε, αυτό συνέβη μερικά μόνο χρόνια μετά την υποτιθέμενη συντριβή ιπτάμενου δίσκου στην περιοχή του Ρόσγουελ στο Νέο Μεξικό. Και παρόλο που αποδείχτηκε πως τελικά δεν ήταν τίποτα, τίποτα απολύτως − (Γέλια) παρά μόνο ένα μετεωρολογικό μπαλόνι το οποίο είχε συντριβεί και το οποίο οδηγούσαν μικρά άτριχα όντα με μακρόστενες σχισμές για στόματα. Παρόλα αυτά επικρατούσε τρέλα με τους ιπτάμενους δίσκους στην Αμερική και αυτό ίσχυε ακόμη και για διάσημους επιστήμονες που έτρωγαν μεσημεριανό. Ο συλλογισμός του Φέρμι, αν μου επιτρέπεται να κάνω μια κακή παράφραση, είναι ότι το σύμπαν είναι τόσο αχανές που φαίνεται λογικό να υπάρχουν άλλα ευφυή όντα εκεί έξω. Και το σύμπαν είναι τόσο παλιό που, εκτός κι αν ήμαστε ο πρώτος πολιτισμός που αναπτύχθηκε ποτέ, θα έπρεπε να έχουμε πια κάποια στοιχεία για την ύπαρξή τους. Κι όμως, απ' όσο γνωρίζουμε, είμαστε μόνοι μας.
«Πού είναι όλοι;», ρώτησε ο Φέρμι και οι συνάδελφοί του δεν είχαν καμιά απάντηση. Ο Φέρμι στη συνέχεια με την ίδια ωμή λογική κατέρριψε την ύπαρξη των νεράιδων, του Μεγαλοπόδαρου, του Θεού, της δυνατότητας της αγάπης και έκτοτε, όπως γνωρίζετε, ο Ενρίκο Φέρμι έτρωγε μόνος του. (Γέλια) Λοιπόν, εγώ δεν είμαι επιστήμονας. Δεν έχω φτιάξει ποτέ μια ατομική στήλη. Αν και θα μπορούσα να υποστηρίξω ότι τεχνικά κάθε στήλη είναι ατομική.
Ωστόσο, με κάθε σεβασμό, θα επισημάνω δύο ενδεχόμενα που πιθανόν δεν εξέτασε ο Ενρίκο Φέρμι. Το πρώτο είναι ότι οι εξωγήινοι μπορεί να βρίσκονται πολύ μακριά. Ίσως, τολμώ να πω, ακόμη και σε άλλους πλανήτες. Το άλλο ενδεχόμενο − (Γέλια) είναι ότι ίσως ο ίδιος ο Ενρίκο Φέρμι ήταν εξωγήινος.
Σκεφτείτε το. Δεν είναι φοβερή σύμπτωση που εν μέσω του Παγκοσμίου Πολέμου, από το πουθενά, ξαφνικά εμφανίζεται ένας Ιταλός επιστήμονας με εκπληκτική νέα τεχνολογία η οποία επρόκειτο να αλλάξει τα πάντα στον κόσμο και να αποτελέσει μελανό σημείο στην ιστορία του ανθρώπινου είδους για πάντα; Και δεν είναι λίγο περίεργο που δε ζήτησε καμιά πληρωμή γι αυτό; Ότι ζήτησε ένα μόνο πράγμα: να του χαρίσουν δύο υγιείς φάλαινες της οικογένειας των φυσητήρων; Αυτό δεν είναι αλήθεια. Αλλά είναι περίεργο.
Και αν ο Ενρίκο Φέρμι ήταν πράγματι εξωγήινος, δε θα ήταν ο πρώτος που θα προσπαθούσε να πείσει τους επιστήμονες συναδέλφους του ότι οι εξωγήινοι δε βρίσκονται ήδη εδώ; Γιατί θεωρείται δεδομένο σε ορισμένους κύκλους ουφολογίας ότι οι εξωγήινοι εδώ και πολλές χιλιετίες βρίσκονται ήδη εδώ. Ότι περπατούν μεταμφιεσμένοι ανάμεσά μας, μας παρατηρούν, καθοδηγούν την εξέλιξή μας από πιθήκους σε ανθρώπους − αν πιστεύετε σε κάτι τέτοια πράγματα. Και περιστασιακά μας απαγάγουν με τα ιπτάμενα διαστημόπλοιά τους και μας μεταφέρουν σε πυραμίδες για να κάνουν σεξ μαζί μας.
Είναι δύσκολο να καταρριφτεί αυτή η θεωρία, πιστεύω θα συμφωνήσετε.
Ακόμη και εγώ έχω κάποιες αναμνήσεις στη ζωή μου οι οποίες είναι δύσκολο να εξηγηθούν, γεγονότα τόσο παράξενα και κατά έναν ανεξήγητο τρόπο αλλόκοτα που δύσκολα μπορώ να φανταστώ ότι δεν ήταν το αποτέλεσμα μακροχρόνιων και συχνών επαφών με εξωγήινους καθ' όλη τη ζωή μου. Γιατί πώς αλλιώς μπορούν να εξηγηθούν οι εκπληκτικές και καθόλα αληθινές στενές επαφές που είχα και που θα σας αφηγηθώ τώρα; Πρώτη στενή επαφή: Όσεαν Σίτι, Νιου Τζέρσεϊ, 1980. Ήταν το καλοκαίρι που βγήκε η ειδική έκδοση της ταινίας «Στενές επαφές τρίτου τύπου». Είχα πάει διακοπές με τους γονείς μου στην ακτή του Τζέρσεϋ. Μέσα σε 12 ώρες είχα ένα απαίσιο κάψιμο από τον ήλιο, ακριβώς όπως ο Ρίτσαρντ Ντρέιφους στην ταινία.
Έτσι, πέρασα το μεγαλύτερο μέρος του υπολοίπου των διακοπών καθισμένος τη νύχτα έξω από το σπιτάκι που είχαμε νοικιάσει, όταν το πεζοδρόμιο ήταν ακόμη ζεστό από τον ήλιο, να παρατηρώ τους ουρανούς για ενδείξεις ΑΤΙΑ. Τι έβλεπα; Αστέρια, δορυφόρους, φώτα αεροπλάνων που αναβόσβηναν: τις συνηθισμένες μπούρδες του ουρανού. Πού και πού έρχονταν παιδιά και μου έκαναν παρέα και παρατηρούσαν μαζί μου, αλλά μετά από λίγο πονούσε ο λαιμός τους και πήγαιναν στην ξύλινη εξέδρα για να παίξουν βιντεοπαιχνίδια και να συναναστραφούν άλλους του ανθρώπινου είδους. Ήμουν αρκετά καλός στα βιντεοπαιχνίδια. Δεν ήμουν πολύ καλός στο άλλο, οπότε έμενα μόνος μου με το σύμπαν.
Και τότε ήταν που συνέβη. Ένα ζευγάρι ηλικιωμένων περπατούσαν στο δρόμο προς την κατεύθυνσή μου. Θα έλεγα ότι πλησίαζαν τα 80 και ότι είχαν βγει ραντεβού, γιατί αυτός φορούσε ένα πολύ προσεγμένο κουστουμάκι με κίτρινη γραβάτα, καφέ κουστουμάκι. Και αυτή φορούσε μια ζακέτα γιατί είχε νυχτώσει εντελώς πια και μια ψύχρα ερχόταν από τον ωκεανό. Θυμάμαι, για κάποιο λόγο, ότι είχαν ακριβώς το ίδιο ύψος. Ξαφνικά σταμάτησαν και ο άντρας γύρισε προς το μέρος μου και είπε: «Τι ψάχνεις; Ιπτάμενους δίσκους;».
Πρέπει να παραδεχτείτε πως αυτό ήταν πρώτης τάξεως πόρισμα για έναν ηλικιωμένο κύριο στο ραντεβού του. Ήταν,όμως, ακόμη πιο περίεργο −και ακόμη και εγώ το είχα καταλάβει τότε, στην ηλικία των 9 χρόνων− το γεγονός ότι σταμάτησαν. Ότι αυτός ο ηλικιωμένος κύριος σταμάτησε τον περίπατό του κάτω από το φεγγαρόφως με την αγαπημένη του με σκοπό να κοροϊδέψει ένα παιδί. «Α», είπε, «μικρά πράσινα ανθρωπάκια». Και τότε συνέχισε η φιλενάδα του. «Οι εξωγήινοι δεν υπάρχουν», είπε εκείνη. «Δεν υπάρχουν». Και τότε και οι δύο γέλασαν. Χα, χα, χα. Κοίταξα γύρω μου. Ο δρόμος ήταν εντελώς άδειος. Είχα σταματήσει να ακούω τον ήχο του ωκεανού. Ήταν σα να είχε σταματήσει ο χρόνος. Δεν ήξερα γιατί με κορόιδευαν. Κοίταξα τα με έναν περίεργο τρόπο αγριεμένα πρόσωπά τους και θυμάμαι ότι αναρωτήθηκα: μήπως φοράνε λαστιχένιες μάσκες;
Και τι θα υπήρχε πίσω από αυτές τις λαστιχένιες μάσκες σε αυτήν την περίπτωση; Τεράστια αμυγδαλωτά μάτια που δεν ανοιγοκλείνουν; Μακρόστενες σχισμές για στόματα; O ηλικιωμένος άντρας λύγισε το δάχτυλό του λες και έριχνε με όπλο και μετά έκανε ήχους λέιζερ. Κιου, κιου, κιου. «Έχε το νου σου». Και αμέσως γύρισαν και έφυγαν. Ο ηλικιωμένος άντρας άπλωσε τα ροζιασμένα άκαμπτα δάχτυλά του για να πιάσει το χέρι της γυναίκας, το βρήκε και με άφησε στην ησυχία μου. Αυτό το περιστατικό θα μπορούσε να περιγραφεί ως μια απλή παρεξήγηση, μια παράξενη συνάντηση μεταξύ ανθρώπων. Μπορεί και να ήταν αέρια από βάλτους, αλλά − (Γέλια) ξέρω τι είδα.
Δεύτερη στενή επαφή: Μπρούκλιν, Μασαχουσέτη, 1984. Είχα πάει να δω την ταινία «Dune» και ένα κορίτσι μού μίλησε. Εκ πρώτης όψεως − (Γέλια) αυτό είναι αδύνατο εκ πρώτης όψεως, το καταλαβαίνω, όμως είναι απολύτως αληθινό. Ήταν η πρώτη μέρα προβολής, φυσικά. Είχα πάει με το φίλο μου Τιμ Μακ Γκόνιγκαλ, ο οποίος καθόταν στα αριστερά μου. Στα δεξιά μου ήταν το εν λόγω κορίτσι. Είχε μακριά μαύρα μαλλιά με μπούκλες και φορούσε ένα μπλε τζιν μπουφάν. Θυμάμαι ότι είχε κάποιο τραυματισμό στον αστράγαλό της, ο οποίος ήταν τυλιγμένος με ελαστικό επίδεσμο, και είχε πατερίτσες. Ήταν πολύ ψηλή. Εκείνη την εποχή ξεκινούσα το λύκειο. Θα έλεγα ότι αυτή ήταν ένα δυο χρόνια μεγαλύτερη, αλλά δεν την είχα ξαναδεί ποτέ μου. Δεν πήγαινε στο σχολείο μου. Δεν ήξερα το όνομά της και δε θα το μάθω ποτέ. Καθόταν με μια γυναίκα η οποία υποθέτω πως ήταν η μητέρα της και συζητούσαν για το μυθιστόρημα «Dune». Τόσο η μητέρα όσο και η κόρη λάτρευαν το βιβλίο, κάτι πολύ ασυνήθιστο. Συζητούσαν και έλεγαν ότι οι αγαπημένοι τους χαρακτήρες είναι οι τεράστιοι αμμοσκώληκες. Και τότε όλα έγιναν πιο παράξενα. Τότε αυτή γύρισε προς το μέρος μου και είπε: «Ανυπομονείς να δεις την ταινία;».
Πρώτα απ' όλα, ένιωσα αμηχανία επειδή δεν είχα διαβάσει το μυθιστόρημα «Dune» τότε. Ήμουν απλώς ειδήμων στις ταινίες που παρουσιάζουν πλανήτες-ερήμους, όπως και ακόμη είμαι.
(Γέλια) Ήταν, όμως, και ο τόνος με τον οποίο έκανε την ερώτηση: δε σχετιζόταν με κάτι, σαν να μη νοιαζόταν καν για την απάντηση, λες και το μόνο που ήθελε ήταν να μου μιλήσει. Δεν ήξερα τι να πω. Είπα: «Ναι». Δε γύρισα καν το κεφάλι μου. Η ταινία άρχισε. Δε χρειάζεται να σας υπενθυμίσω ότι αυτή ήταν η ταινία του Ντέιβιντ Λιντς στην οποία όλοι οι χαρακτήρες ήταν ταυτόχρονα και σέξι και δύσμορφοι.
Υπήρχε ένας χαρακτήρας που λεγόταν πλοηγός 3ου βαθμού της Αδελφότητας και ο οποίος ήταν ένα πλάσμα σαν τεράστιο μετέωρο έμβρυο που ζούσε σε μια τεράστια δεξαμενή με το πορτοκαλί σύννεφο του ψυχεδελικού Άλατος να στροβιλίζεται γύρω του και χάρη σε αυτό μπορούσε να ελέγχει το χώρο και το χρόνο. Δεν μπορούσε ποτέ να φύγει από τη δεξαμενή ή να επικοινωνήσει με τον έξω κόσμο. Στην απομόνωσή του, είχε γίνει τόσο δύσμορφος και τόσο σέξι που έπρεπε να μιλάει μέσω κάποιου παμπάλαιου ραδιοφώνου με τον έξω κόσμο και δεν μπορούσε ποτέ να αγγίξει κανένα. Αυτός ο χαρακτήρας μού άρεσε πολύ περισσότερο από τους αμμοσκώληκες. Οι αμμοσκώληκες ήταν καλοί, αλλά να είναι και ο αγαπημένος σου χαρακτήρας; Ε, όχι.
Όταν η ταινία τελείωσε, όλοι φαίνονταν με μεγάλη ευχαρίστηση να σηκώνονται και να βγαίνουν από τον κινηματογράφο όσο το δυνατόν γρηγορότερα. Εκτός από το κορίτσι. Καθώς προχωρούσα για να βγω έξω, το βήμα της επιβραδύνθηκε. Ίσως επειδή περπατούσε με τις πατερίτσες, αλλά έμοιαζε − (Γέλια) έμοιαζε λες και ήθελε να μου ξαναμιλήσει. Όταν το λέω δυνατά, ακούγεται τόσο γελοίο, αλλά το μόνο συμπέρασμα που μπορώ να βγάλω είναι ότι ήταν αυτό που η κοινότητα των απαχθέντων από εξωγήινους ονομάζει «καλυπτική ανάμνηση». Μια γελοία ψεύτικη ανάμνηση που δημιουργεί το μυαλό για να καλύψει κάποιο τραύμα, να σε έχουν απαγάγει, ας πούμε, και να σε έχουν μεταφέρει με διαστημόπλοιο σε μια πυραμίδα για σεξ.
Οπότε, χαίρομαι, βεβαίως, που δε σταμάτησα να της μιλήσω. Χαίρομαι, βεβαίως, που δεν την ξαναείδα ποτέ.
Τρίτη στενή επαφή: Φιλαδέλφεια, Πενσυλβανία, 1989. Στα μέσα με τέλη της δεκαετίας του ογδόντα, ο μυθιστοριογράφος Ουίτλι Στρίμπερ έγραψε ένα βιβλίο που λεγόταν «Επαφή», στο οποίο αφηγείται τις προσωπικές του εμπειρίες καθ' όλη τη διάρκεια της ζωής του από περιστατικά που τον είχαν απαγάγει εξωγήινοι. Επίσης, περιγράφει το φαινόμενο που είναι γνωστό σε αυτήν την κοινότητα ως «χαμένος χρόνος», όταν δηλαδή ο Ουίτλι Στρίμπερ ξαφνικά συνειδητοποιούσε ότι δεν μπορούσε να θυμηθεί τα προηγούμενα δέκα λεπτά ή τις προηγούμενες δέκα ώρες ή τις προηγούμενες δέκα μέρες. Και κατέληξε στο συμπέρασμα ότι αυτό συνέβαινε όταν οι εξωγήινοι τον έπαιρναν και του έκαναν πρωκτικές εξετάσεις.
Αυτό το βιβλίο έγινε, φυσικά, τεράστιο μπεστ σέλερ. Αυτή η εικόνα που έκανε ο Τεντ Τζόζεφ ήταν σε αυτό το βιβλίο και ήταν κατά κάποιο τρόπο όπως το σκίτσο της αστυνομίας για τους καταζητούμενους, έδειχνε πώς ήταν τα πλάσματα αυτά σύμφωνα με την περιγραφή του Ουίτλι Στρίμπερ. Το βιβλίο είχε τόσο μεγάλη επιτυχία που έγινε ταινία. Και το 1989, όπως θυμάμαι, ήμουν στη Φιλαδέλφεια για να επισκεφτώ την κοπέλα μου και αποφασίσαμε εντελώς ξαφνικά να πάμε να δούμε την ταινία. Όπως θυμάμαι, στην ταινία υπήρχαν οι παρακάτω λεπτομέρειες. Πρώτον: τον Ουίτλι Στρίμπερ έπαιζε ο Κρίστοφερ Γουόκεν. Δεύτερον: μια λαστιχένια κούκλα έπαιζε τον εξωγήινο.
Τρίτον: υπήρχε ένα απροσδόκητα μεγάλο μέρος της ταινίας στο οποίο η λαστιχένια κούκλα έκανε πρωκτικές εξετάσεις στον Κρίστοφερ Γουόκεν. Τέταρτον: η προβολή αυτής της ταινίας γινόταν σε ένα συνηθισμένο κινηματογράφο στο κέντρο της Φιλαδέλφειας. Πέμπτον: όλα αυτά σημαίνουν ότι έγινε μια ταινία βασισμένη στο βιβλίο «Επαφή» και πρωταγωνιστούσε ο Κρίστοφερ Γουόκεν. Μήπως κάτι σας φαίνεται παράξενο σε όλα αυτά; Υπάρχει κάτι αλλόκοτο; Κάτι να μην πηγαίνει καλά; Κάτι να μην κολλάει; Σκεφτείτε το. Ναι. Η απάντηση είναι: είχα κοπέλα. Τι;
Πώς έγινε αυτό; Πότε έγινε αυτό; Θυμάμαι να βγαίνω από τον κινηματογράφο και ξαφνικά να συνειδητοποιώ αυτό το γεγονός καθώς περπατούσαμε πιασμένοι χέρι χέρι και συλλογιζόμασταν τα ίδια ακριβώς ερωτήματα. Ακόμη και τώρα δεν έχω να σας δώσω κάποια απάντηση. Τέταρτη επαφή στενού τύπου: Αλγκάρβε, Πορτογαλία, 1991. Μετά από κάποια χρόνια, εγώ και αυτή η γυναίκα −θα την αποκαλούμε «Κάθριν Φλέτσερ»− (Γέλια) ταξιδέψαμε μαζί στη νότια Πορτογαλία. Μείναμε στα ερείπια παλιών πόλεων περιτριγυρισμένων από τείχη σε μικροσκοπικά ξενοδοχεία και ανεβαίναμε στην ταράτσα και πίναμε Vinho Verde και βλέπαμε τον ήλιο να δύει και παίζαμε ντάμα. Τι; Τα κάναμε αυτά; Πραγματικά; Τα κάνει άραγε κανείς αυτά; Πήγαμε σε παραλίες γυμνιστών. Συγγνώμη; Όχι, όχι στη δική μου ζωή. Τουλάχιστον, πήγαμε στην πόλη Σάγκρες η οποία κάποτε πίστευαν ότι είναι το τέρμα του κόσμου. Εκεί με κυνήγησε μια αγέλη άγριων σκύλων στην προκυμαία και ο αρχηγός της αγέλης με δάγκωσε στον κώλο, οπότε, έπρεπε να πάω σε μια παράξενη πορτογαλική κλινική και να μου κάνουν μια ένεση στον κώλο. Μπορείτε να βγάλετε τα δικά σας συμπεράσματα.
Την τελευταία μας μέρα στην Πορτογαλία ήμαστε στην πρωτεύουσα της περιφέρειας του Φάρο και η Κάθριν αποφάσισε ότι ήθελε να πάει στην παραλία για μια τελευταία φορά. Το Φάρο είναι μια μικρή πόλη με έντονη ζωή και για να φτάσει κανείς στην παραλία, εξήγησε, πρέπει να πάρει ένα λεωφορείο και μετά ένα πλοιαράκι. Με ρώτησε αν ήθελα να πάω μαζί της. Ήμουν, όμως, εξαντλημένος και με είχε δαγκώσει ο σκύλος και, επομένως, είπα «όχι». Θυμάμαι πώς ήταν προτού φύγει. Οι φακίδες είχαν μεγαλώσει και είχαν πολλαπλασιαστεί στο πρόσωπο και στους ώμους της και όλες μαζί συγκεντρωμένες έκαναν κάτι σαν μαύρισμα. Μαύρισμα, ήμαστε και οι δύο μαυρισμένοι. Είναι άραγε αλήθεια; Έκανε τα μάτια της να φαίνονται πάρα πολύ λαμπερά και πάρα πολύ μπλε. Χαμογελούσε. Ήταν μια γυναίκα μόνη που ετοιμαζόταν να βγει μόνη της σε μια χώρα, χωρίς καν να ξέρει τη γλώσσα, να ταξιδέψει μόνη της με λεωφορείο και πλοιαράκι για να πάει σε μια παραλία την οποία ούτε ήξερε ούτε είχε δει ποτέ της. Την αγαπούσα και τότε βγήκε σε εκείνη την άγνωστη ξένη χώρα.
Μου πήρε κάποια ώρα μέχρι να συνέλθω. Είχα και εγώ μια στιγμή «χαμένου χρόνου» μέχρι που ξύπνησα και ξαφνικά συνειδητοποίησα ότι είχε περάσει η ώρα, ήταν γύρω στις 20:00, και δεν είχε επιστρέψει. Ανήσυχος κατέβηκα στο δρόμο για να την ψάξω. Δε μιλούσα πορτογαλικά. Δεν ήξερα πού ήταν η παραλία. Δεν μπορούσα να την πάρω στο κινητό επειδή αυτό συνέβη το 1991 και οι εξωγήινοι δε μας είχαν δώσει τέτοια τεχνολογία ακόμα.
Συνειδητοποίησα ότι υπήρχαν δύο δυνατές εκβάσεις: ή η Κάθριν θα επέστρεφε στο ξενοδοχείο ή δε θα επέστρεφε ποτέ στο ξενοδοχείο. Οπότε, έκατσα να την περιμένω. Δεν παρατηρούσα τους ουρανούς αλλά το τέρμα του δρόμου, όπου περνούσαν λεωφορεία και αυτοκίνητα και πεζοί και μικρά σκούτερ. Και παρατηρούσα αυτούς τους αστερισμούς να αλλάζουν θέση με την ελπίδα ότι θα παραμέριζαν και θα έβλεπα το πρόσωπό της. Εκείνη τη στιγμή, σε εκείνη την πολύ μικρή πόλη των 30.000 περίπου κατοίκων, εκτίμησα πραγματικά την απεραντοσύνη του σύμπαντος και τις αναζητήσεις που κάνουμε σε αυτό. Και τότε είναι που ήρθαν οι Λιβεριανοί. Πέντε νεαροί άντρες − ταξίδευαν μαζί και χαμογελαστοί, χαρούμενοι επέστρεφαν στο ξενοδοχείο που έμεναν.
Ένας από αυτούς λεγόταν Τζόσεφ και με ρώτησε τι έκανα και του εξήγησα. Και είπε: «Μην ανησυχείς». Είπε πως ήταν βέβαιος ότι η Κάθριν ήταν καλά. Δε φαινόταν, όμως, να είναι τόσο σίγουρος γιατί κάθισε να περιμένει μαζί μου. Και τις επόμενες δύο ώρες όλοι τους περίμεναν μαζί μου: εναλλάξ ανέβαιναν στο δωμάτιό τους, επέστρεφαν, μου έλεγαν αστεία, μου αποσπούσαν την προσοχή. Δύο ώρες μου έδιναν ένα μήνυμα. Δεν είμαστε μόνοι.
Και τότε, εν μέσω μιας πρότασης, όταν το λυκόφως είχε αρχίσει να απλώνεται, γύρισα και κοίταξα στο τέρμα του δρόμου. Τα άστρα ευθυγραμμίστηκαν και γύρισε πίσω. Χαμογελούσε. Δεν καταλάβαινε γιατί είχα ανησυχήσει τόσο. Ούτε και οι Λιβεριανοί, αν και στα γέλια τους ηχούσε τεράστια ανακούφιση ενώ μας χτυπούσαν στην πλάτη και γύριζαν στο δωμάτιό τους και μας άφησαν μόνους στο δρόμο να κρατιόμαστε χέρι χέρι. Ένα τέτοιο περιστατικό σημαδεύει τη μνήμη, όπως η εισαγωγή ενός δείγματος εξωγήινης τεχνολογίας στους γλουτούς σου από κάποιο «Πορτογάλο γιατρό».
Ακόμη και τώρα, μετά από μιάμιση δεκαετία, ακόμη και τώρα που είμαστε παντρεμένοι, την αναζητώ όποτε δε βρίσκεται στο ίδιο δωμάτιο. Αν και, πιστεύω θα συμφωνήσετε, είναι πιθανό, όσο έλειπε, να την απήγαγαν και να έβαλαν στη θέση της έναν εξωγήινο κλώνο, ακόμη την αγαπώ και την περιμένω.
You can share this video by copying this HTML to your clipboard and pasting into your blog or web page. This video will play with subtitles.
You either have JavaScript turned off or have an old version of the Adobe Flash Player. To view this rating widget you
need to get the latest Flash player.
If your browser allows only "trusted sites" to execute Javascript, you should add the "googleapis.com" domain to your whitelist to allow our Flash detection to work properly.
Got an idea, question, or debate inspired by this talk? Start a TED Conversation.
Ο ευθυμογράφος Τζον Χότζμαν λέει μια νέα ιστορία συνδυάζοντας τους εξωγήινους, τη φυσική, το χρόνο, το χώρο και το πώς όλα αυτά κατά κάποιο τρόπο οδηγούν στη γλυκιά, τέλεια ανάμνηση ενός έρωτα.
John Hodgman is a writer, humorist, geek celebrity, former professional literary agent and expert on all world knowledge. He was the bumbling PC in Apple's long-running "I'm a Mac; I'm a PC" ad campaign. Full bio »
Translated into Greek by Christina Nikitopoulou
Reviewed by Lina Zaproudi
Comments? Please email the translators above.
09:12 Posted: Jul 2007
Views 1,231,137 | Comments 206
18:56 Posted: Aug 2006
Views 1,318,114 | Comments 119
16:32 Posted: Jul 2006
Views 1,206,960 | Comments 714
Just follow the guidelines outlined under our Creative Commons license.
This comment will be attributed to . Not ? Sign Out.