Είμαι αφηγήτρια. Αυτή είναι η απασχόλησή μου: αφηγούμαι ιστορίες, γράφω μυθιστορήματα. Σήμερα θα ήθελα να σας πω μερικές ιστορίες σχετικά με την τέχνη της αφήγησης και ορισμένα υπερφυσικά πλάσματα που ονομάζονται τζίνι. Πριν όμως φτάσω εκεί, θα ήθελα να μοιραστώ μαζί σας ορισμένες στιγμές από την προσωπική μου ιστορία. Αυτό θα το κάνω φυσικά με τη βοήθεια των λέξεων αλλά και ενός γεωμετρικού σχήματος, του κύκλου. Κατά τη διάρκεια της ομιλίας μου, λοιπόν, θα συναντήσετε αρκετούς κύκλους.
Γεννήθηκα στο Στρασβούργο, στη Γαλλία από Τούρκους γονείς. Λίγο αργότερα οι γονείς μου χώρισαν και πήγα στην Τουρκία με τη μητέρα μου. Από εκεί και πέρα, μεγάλωσα ως μοναχοπαίδι μιας μόνης μητέρας. Στην Άγκυρα των αρχών της δεκαετίας του '70 αυτό ήταν κάπως ασυνήθιστο. Η γειτονιά μας ήταν γεμάτη μεγάλες οικογένειες, στις οποίες οι πατέρες ήταν η κεφαλή του σπιτιού. Οπότε, μεγάλωσα με την εικόνα της μητέρας μου ως ζωντοχήρας σε πατριαρχικό περιβάλλον. Για την ακρίβεια, μεγάλωσα με ερεθίσματα από δύο διαφορετικά είδη γυναικείων ρόλων. Από τη μία πλευρά ήταν η μητέρα μου, μια μορφωμένη, κοσμική, μοντέρνα Τουρκάλα με ευρωπαϊκούς τρόπους. Από την άλλη πλευρά ήταν η γιαγιά μου, η οποία επίσης με πρόσεχε και ήταν πιο πνευματιστική, λιγότερο μορφωμένη και σίγουρα λιγότερο ορθολογίστρια. Ήταν μια γυναίκα που διάβαζε το φλιτζάνι για να προβλέψει το μέλλον και λιώνοντας μόλυβδο σε περίεργα σχήματα έδιωχνε το κακό μάτι.
Πολλοί άνθρωποι επισκέπτονταν τη γιαγιά μου, άνθρωποι με σοβαρές περιπτώσεις ακμής στο πρόσωπό τους ή μυρμηγκιά στα χέρια τους. Η γιαγιά μου έλεγε κάθε φορά ορισμένες λέξεις στα αραβικά, έπαιρνε ένα κόκκινο μήλο και έμπηγε σε αυτό τόσα αγκάθια τριαντάφυλλου όσα και τα εξογκώματα μυρμηγκιάς που ήθελε να απομακρύνει. Στη συνέχεια σχημάτιζε έναν κύκλο με σκούρο μελάνι γύρω από αυτά τα αγκάθια. Μετά από μία εβδομάδα, οι ασθενείς επέστρεφαν για εξετάσεις παρακολούθησης. Γνωρίζω ότι δεν θα έπρεπε να λέω τέτοια πράγματα ενώπιον ενός κοινού μορφωμένων ανθρώπων και επιστημόνων, αλλά η αλήθεια είναι πως από τους ανθρώπους που επισκέπτονταν τη γιαγιά μου για τα δερματικά τους προβλήματα δεν είδα κανέναν να επιστρέφει δυστυχισμένος ή αθεράπευτος. Τη ρώτησα πώς το κατάφερνε αυτό. Ήταν μήπως η δύναμη της προσευχής; Η απάντησή της ήταν: «Ναι, η προσευχή είναι αποτελεσματική. Μην ξεχνάς, όμως, και τη δύναμη των κύκλων».
Από αυτήν πήρα μεταξύ άλλων ένα εξαιρετικά πολύτιμο μάθημα. Αν θες να καταστρέψεις κάτι σε αυτήν τη ζωή, είτε πρόκειται για ακμή, δερματικά σημάδια ή την ανθρώπινη ψυχή, το μόνο που χρειάζεται να κάνεις είναι να το περιβάλεις με χοντρά τείχη. Θα μαραζώσει εκεί μέσα. Όλοι μας ζούμε μέσα σε ένα είδος κοινωνικού και πολιτισμικού κύκλου. Όλοι μας. Γεννιόμαστε ανήκοντας σε μια συγκεκριμένη οικογένεια, χώρα, κοινωνική τάξη. Ωστόσο, αν δεν έχουμε μια οποιαδήποτε σύνδεση με άλλους κόσμους πέρα από τον κόσμο που θεωρούμε δεδομένο, τότε διατρέχουμε τον κίνδυνο να μαραζώσουμε στο εσωτερικό του κύκλου. Η φαντασία μας μπορεί να συρρικνωθεί. Οι καρδιές μας μπορεί να μαραθούν. Η ανθρωπιά μας μπορεί να στερέψει αν μένουμε υπερβολικά μέσα στα πολιτισμικά μας κουκούλια. Οι φίλοι μας, γείτονές μας, συνάδελφοί μας, η οικογένειά μας -- αν όλοι οι άνθρωποι στον κύκλο μας είναι όμοιοί μας, αυτό σημαίνει ότι περιβαλλόμαστε από μια αντανάκλαση του εαυτού μας.
Ένα άλλο πράγμα που κάνουν οι γυναίκες σαν τη γιαγιά μου στην Τουρκία είναι να καλύπτουν τους καθρέφτες με βελούδο ή να τους κρεμάνε στους τοίχους με το πίσω μέρος προς τα έξω. Πρόκειται για μια παλιά ανατολίτικη συνήθεια βασισμένη στη γνώση ότι δεν είναι υγιές για έναν άνθρωπο να περνά υπερβολικά πολύ χρόνο κοιτάζοντας επίμονα την ίδια του την αντανάκλαση. Είναι ειρωνικό το γεγονός ότι οι κοινότητες ομοϊδεατών αποτελούν έναν από τους μεγαλύτερους κινδύνους του σημερινού παγκοσμιοποιημένου κόσμου. Και υπάρχουν παντού: μεταξύ φιλελευθέρων και συντηρητικών, αγνωστικιστών και πιστών, πλούσιων και φτωχών, Ανατολής και Δύσης. Τείνουμε να σχηματίζουμε ομάδες με βάση την ομοιότητα και έπειτα παράγουμε στερεότυπα σχετικά με άλλες ομάδες ανθρώπων. Κατά τη γνώμη μου, ένας τρόπος για να ξεφύγουμε από αυτά τα πολιτισμικά γκέτο είναι μέσω της τέχνης της αφήγησης. Οι ιστορίες δεν μπορούν να γκρεμίσουν σύνορα, αλλά μπορούν με γροθιές να σχηματίσουν τρύπες στα νοητά μας τείχη. Και από αυτές τις τρύπες μπορούμε να ρίξουμε μια φευγαλέα ματιά στο διαφορετικό και ορισμένες φορές μάλιστα να μας αρέσει αυτό που βλέπουμε.
Ξεκίνησα να γράφω ιστορίες από την ηλικία των οχτώ. Η μητέρα μου γύρισε σπίτι μια μέρα με ένα τυρκουάζ σημειωματάριο και με ρώτησε αν θα με ενδιέφερε να κρατώ ένα προσωπικό ημερολόγιο. Εκ των υστέρων, νομίζω ότι ανησυχούσε ελαφρώς για την πνευματική μου υγεία. Έλεγα συνεχώς ιστορίες στο σπίτι, το οποίο ήταν καλό, μόνο που τις έλεγα σε φανταστικούς φίλους γύρω μου, το οποίο δεν ήταν τόσο καλό. Ήμουν εσωστρεφές παιδί, σε σημείο που επικοινωνούσα με κηρομπογιές και απολογούμουν σε αντικείμενα όταν έπεφτα κατά λάθος επάνω τους. Γι' αυτό η μητέρα μου πίστευε πως ίσως να μου έκανε καλό αν κατέγραφα τις εμπειρίες και τα συναισθήματά μου μέρα προς μέρα. Αυτό που δεν ήξερε, όμως, ήταν ότι θεωρούσα τη ζωή μου απίστευτα βαρετή και το τελευταίο που ήθελα να κάνω ήταν να γράψω σχετικά με τον εαυτό μου. Αντί αυτού, άρχισα να γράφω για άλλους ανθρώπους και πράγματα που δεν συνέβησαν ποτέ στην πραγματικότητα. Έτσι ξεκίνησε το πάθος μου για τη συγγραφή λογοτεχνίας το οποίο με συνοδεύει σε όλη μου τη ζωή. Εξ αρχής η λογοτεχνία για εμένα ήταν λιγότερο μια αυτοβιογραφική έκφραση και περισσότερο ένα υπερβατικό ταξίδι σε άλλες ζωές, άλλες πιθανότητες. Παρακαλώ δείξτε υπομονή. Θα σχηματίσω έναν κύκλο και θα επιστρέψω σε αυτό το σημείο.
Και κάτι άλλο συνέβη εκείνη περίπου την περίοδο. Η μητέρα μου έγινε διπλωμάτης. Από αυτήν τη μικρή, προληπτική μεσοαστική γειτονιά της γιαγιάς μου, μεταφέρθηκα σε ένα αριστοκρατικό διεθνές σχολείο στη Μαδρίτη, όπου ήμουν η μοναδική Τουρκάλα. Εκεί συνάντησα για πρώτη φορά αυτό που αποκαλώ «αντιπροσωπευτικός αλλοδαπός». Στην τάξη μας υπήρχαν παιδιά όλων των εθνικοτήτων. Ωστόσο, αυτή η ποικιλία δεν οδήγησε οπωσδήποτε σε μια κοσμοπολίτικη, εξισωτική δημοκρατία στην τάξη. Αντιθέτως, δημιούργησε μια ατμόσφαιρα στην οποία το κάθε παιδί δεν αντιμετωπιζόταν ως μεμονωμένο άτομο αλλά ως αντιπρόσωπος μιας μεγαλύτερης οντότητας. Είχε πλάκα που ήμαστε μια μινιατούρα των Ηνωμένων Εθνών, εκτός από τις φορές που κάτι αρνητικό που αφορούσε μια χώρα ή μια θρησκεία λάμβανε χώρα. Το παιδί που αντιπροσώπευε την εκάστοτε χώρα ή θρησκεία γινόταν στόχος ασταμάτητων χλευασμών, κοροϊδιών και πειραγμάτων. Αυτό το ξέρω από πρώτο χέρι γιατί, όταν πήγαινα σε αυτό το σχολείο, συνέβη στρατιωτικό πραξικόπημα στη χώρα μου, ένας εκτελεστής τουρκικής εθνικότητας παραλίγο να σκοτώσει τον Πάπα και η Τουρκία πήρε μηδέν βαθμούς στο διαγωνισμό τραγουδιού της Eurovision. (Γέλια)
Έκανα συχνά σκασιαρχείο και ονειρευόμουν να γίνω ναύτης εκείνες τις μέρες. Επίσης, εκεί πήρα μια πρώτη γεύση των πολιτισμικών στερεοτύπων. Τα άλλα παιδιά με ρωτούσαν σχετικά με την ταινία «Το εξπρές του μεσονυχτίου», την οποία δεν είχα δει. Με ρωτούσαν πόσα τσιγάρα κάπνιζα την ημέρα, γιατί νόμιζαν πως όλοι οι Τούρκοι είναι βαρείς καπνιστές. Ακόμη, αναρωτιόνταν σε ποια ηλικία θα ξεκινούσα να καλύπτω τα μαλλιά μου. Σιγά-σιγά έμαθα πως αυτά ήταν τα τρία κύρια στερεότυπα της χώρας μου: η πολιτική, το κάπνισμα και η μαντήλα. Μετά την Ισπανία, πήγαμε στην Ιορδανία, στη Γερμανία και ξανά στην Άγκυρα. Όπου κι αν πήγαινα ένιωθα λες και η φαντασία μου ήταν η μόνη αποσκευή που μπορούσα να πάρω μαζί μου. Οι ιστορίες μού έδιναν μια αίσθηση κέντρου, συνέχειας και συνοχής, τρία σημαντικά στοιχεία που έλειπαν κατά τ' άλλα από τη ζωή μου.
Γύρω στα 25, μετακόμισα στην Ισταμπούλ, την πόλη που λατρεύω. Ζούσα σε μια γειτονιά με πολλή ζωντάνια και διαφορετικότητα, όπου έγραψα αρκετά από τα μυθιστορήματά μου. Ήμουν στην Ισταμπούλ όταν σεισμός έπληξε την πόλη το 1999. Όταν έτρεξα έξω από το κτίριο στις τρεις το πρωί, είδα κάτι που με έκανε να σταματήσω την πορεία μου. Υπήρχε ένας μπακάλης εκεί στην περιοχή, ένας στρυφνός γέρος που δεν πωλούσε αλκοόλ και δεν μιλούσε σε περιθωριακούς. Καθόταν δίπλα σε μια τραβεστί με μια μακριά μαύρη περούκα και τη μάσκαρα να τρέχει στα μάγουλά της. Είδα τον άντρα να ανοίγει ένα πακέτο τσιγάρα με τρεμάμενα χέρια και να της προσφέρει. Αυτή εξακολουθεί να είναι η εικόνα από τη νύχτα του σεισμού στο μυαλό μου μέχρι και σήμερα: ένας συντηρητικός μπακάλης και μια κλαίουσα τραβεστί να καπνίζουν μαζί στο πεζοδρόμιο. Μπροστά στο θάνατο και στην καταστροφή οι μικροπρεπείς μας διαφορές εξανεμίζονται και όλοι γινόμαστε ένα, έστω και για μερικές ώρες. Πάντα πίστευα ότι οι ιστορίες μάς προκαλούν έναν παρόμοιο αντίκτυπο. Δεν ισχυρίζομαι πως η λογοτεχνία έχει το μέγεθος ενός σεισμού. Όταν διαβάζουμε, όμως, ένα καλό μυθιστόρημα, εγκαταλείπουμε τη θαλπωρή του μικρού μας διαμερίσματος, βγαίνουμε μόνοι μας έξω στη νύχτα και αρχίζουμε να γνωρίζουμε ανθρώπους που δεν είχαμε συναντήσει ποτέ και εναντίον των οποίων ήμαστε ίσως προκατειλημμένοι.
Μετά από λίγο καιρό πήγα σε ένα γυναικείο κολλέγιο στη Βοστόνη μετά στο Μίσιγκαν. Βίωσα αυτήν την αλλαγή όχι τόσο ως γεωγραφική μετατόπιση αλλά ως γλωσσική. Ξεκίνησα να γράφω λογοτεχνία στα αγγλικά. Δεν είμαι μετανάστρια, πρόσφυγας ή εξόριστη. Με ρωτούν γιατί το κάνω αυτό. Το ταξίδι μεταξύ των γλωσσών μού δίνει την ευκαιρία να αναδημιουργώ τον εαυτό μου. Λατρεύω να γράφω στην τούρκικη γλώσσα, η οποία για εμένα είναι εξαιρετικά ποιητική και συναισθηματική. Λατρεύω επίσης να γράφω στην αγγλική γλώσσα, η οποία για εμένα είναι εξαιρετικά μαθηματική και εγκεφαλική. Επομένως, συνδέομαι διαφορετικά με κάθε γλώσσα. Για εμένα, όπως και για εκατομμύρια άλλους ανθρώπους ανά την υφήλιο σήμερα, τα αγγλικά είναι δεύτερη γλώσσα. Όταν φτάνεις αργότερα σε μια γλώσσα, ζεις εκεί νιώθοντας συνεχή και αέναη αναστάτωση. Όντας αργοπορημένοι, πάντα θέλουμε να πούμε κάτι παραπάνω. Ξέρετε, να πούμε καλύτερα αστεία, καλύτερα πράγματα. Καταλήγουμε, όμως, να λέμε λιγότερα γιατί υπάρχει χάσμα μεταξύ της σκέψης και της γλώσσας. Αυτό το χάσμα φοβίζει πολύ. Αν καταφέρουμε, όμως, να μην φοβηθούμε, αυτό το χάσμα είναι επίσης διεγερτικό. Αυτό συνειδητοποίησα στη Βοστόνη, πως η αναστάτωση προκαλεί διέγερση.
Σε αυτό το σημείο, η γιαγιά μου, η οποία παρακολουθούσε την πορεία της ζωής μου με αυξανόμενη ανησυχία, άρχισε να συμπεριλαμβάνει στις καθημερινές προσευχές της την έκκληση να παντρευτώ σύντομα ώστε να μείνω μια και καλή μόνιμα σε ένα τόπο. Και επειδή ο Θεός την αγαπά, όντως παντρεύτηκα. (Γέλια) Αντί, όμως, να μείνω μόνιμα κάπου, πήγα στην Αριζόνα. Εφόσον ο σύζυγός μου μένει στην Ινσταμπούλ, ξεκίνησα να ταξιδεύω μεταξύ της Αριζόνας και της Ινσταμπούλ. Δύο μέρη στην επιφάνεια της γης τα οποία δεν θα μπορούσαν να είναι πιο διαφορετικά μεταξύ τους. Μάλλον ανέκαθεν ήμουν εν μέρει νομάς, σωματικά και πνευματικά. Οι ιστορίες με συνοδεύουν, ενώνουν τα κομμάτια και τις αναμνήσεις μου, σαν υπαρξιακή κόλλα.
Ωστόσο, όσο κι αν αγαπώ τις ιστορίες, άρχισα πρόσφατα να πιστεύω ότι η μαγεία τους χάνεται αν τις δούμε σαν κάτι περισσότερο από αυτό που είναι. Αυτό το θέμα θα ήθελα να συλλογιστούμε μαζί. Όταν εκδόθηκε στην Αμερική το πρώτο μου μυθιστόρημα στα αγγλικά, ένας κριτικός λογοτεχνίας μού έκανε το εξής ενδιαφέρον σχόλιο. «Μου άρεσε το βιβλίο σας», είπε, «αλλά θα προτιμούσα να το είχατε γράψει αλλιώς». (Γέλια) Τον ρώτησα τι εννοούσε. Απάντησε: «Να, υπάρχουν τόσοι πολλοί Ισπανοί, Αμερικάνοι, Λατινοαμερικάνοι χαρακτήρες αλλά μόνο ένας Τούρκος χαρακτήρας και είναι άντρας». Το μυθιστόρημα διαδραματίζεται σε μια πανεπιστημιούπολη στη Βοστόνη, επομένως μου φαινόταν φυσιολογικό να υπάρχουν περισσότεροι διεθνείς παρά Τούρκοι χαρακτήρες. Κατάλαβα όμως τι έψαχνε ο κριτικός. Κατάλαβα επίσης ότι θα συνέχιζα να τον απογοητεύω. Ήθελε να δει εκδηλώσεις της ταυτότητάς μου. Έψαχνε στο βιβλίο μια γυναίκα τούρκικης καταγωγής επειδή τύχαινε και εγώ να έχω αυτά τα χαρακτηριστικά.
Μιλάμε συχνά για το πώς οι ιστορίες αλλάζουν τον κόσμο. Οφείλουμε, όμως, να εξετάσουμε πώς οι πολιτικές ταυτότητας επηρεάζουν τον τρόπο με τον οποίο οι ιστορίες διακινούνται, διαβάζονται και αξιολογούνται. Πολλοί συγγραφείς αισθάνονται αυτήν την πίεση, αλλά οι μη δυτικοί συγγραφείς την αισθάνονται πιο έντονα. Αν είσαι γυναίκα συγγραφέας προερχόμενη από τον μουσουλμανικό κόσμο, όπως εγώ, τότε περιμένουν να γράψεις τις ιστορίες μουσουλμάνων γυναικών και κατά προτίμηση τις θλιβερές ιστορίες δυστυχισμένων μουσουλμάνων γυναικών. Περιμένουν να γράψεις συγκινητικές χαρακτηριστικές ιστορίες πληροφοριακού ύφους και να αφήσεις τον πειραματισμό και την πρωτοπορία στους συναδέλφους δυτικής καταγωγής. Αυτό που βίωσα ως παιδί σε εκείνο το σχολείο στη Μαδρίτη συμβαίνει σήμερα στον λογοτεχνικό κόσμο. Οι συγγραφείς δεν αντιμετωπίζονται ως δημιουργικά αυτόνομα όντα αλλά ως εκπρόσωποι των αντίστοιχων πολιτισμών τους. Ορισμένοι συγγραφείς από την Κίνα, ορισμένοι από την Τουρκία, ορισμένοι από τη Νιγηρία. Θεωρείται πως όλοι εμείς έχουμε κάτι πολύ χαρακτηριστικό, αν όχι παράξενο.
Ο συγγραφέας και ταξιδιώτης Τζέιμς Μπόλντγουιν έδωσε μια συνέντευξη το 1984 όπου του γίνονταν επανειλημμένες ερωτήσεις σχετικά με την ομοφυλοφιλία του. Όταν ο δημοσιογράφος προσπάθησε να τον εντάξει στο στερεότυπο του ομοφυλόφιλου συγγραφέα, ο Μπόλντγουιν σταμάτησε και είπε: «Μα, δεν βλέπετε; Δεν έχω κάτι που δεν έχουν όλοι οι υπόλοιποι, ούτε έχουν κάτι όλοι οι υπόλοιποι που δεν έχω κι εγώ». Όταν οι πολιτικές ταυτότητας επιχειρούν να μας βάλουν ταμπέλες, αυτό που διακυβεύεται είναι η ελευθερία της φαντασίας μας. Υπάρχει μια ασαφώς ορισμένη κατηγορία με το όνομα πολυπολιτισμική λογοτεχνία στην οποία συμμαζώνονται όλοι οι συγγραφείς εκτός του δυτικού κόσμου. Θυμάμαι την πρώτη μου εκδήλωση ανάγνωσης πολυπολιτισμικής λογοτεχνίας στην Πλατεία Χάρβαρντ πριν 10 χρόνια. Ήμαστε τρεις συγγραφείς, ένας Φιλιππινέζος, μια Τουρκάλα και ένας Ινδονήσιος -- σαν ανέκδοτο, ξέρετε. (Γέλια) Ο λόγος που μας παρουσίασαν μαζί δεν ήταν επειδή μοιραζόμασταν μια καλλιτεχνική τεχνοτροπία ή κάποια λογοτεχνική προτίμηση. Ο μόνος λόγος ήταν τα διαβατήριά μας. Οι πολυπολιτισμικοί συγγραφείς υποτίθεται ότι λένε πραγματικές ιστορίες, όχι τόσο φανταστικές. Μια λειτουργία αποδίδεται στη λογοτεχνία. Έτσι, τόσο οι ίδιοι οι συγγραφείς αλλά και οι φανταστικοί χαρακτήρες τους γίνονται αντιπρόσωποι ενός μεγαλύτερου πράγματος.
Πρέπει, όμως, να προσθέσω σύντομα πως αυτή η τάση να βλέπουμε μια ιστορία ως κάτι περισσότερο από μια ιστορία δεν προέρχεται μόνο από τη Δύση. Προέρχεται από παντού. Το έζησα από πρώτο χέρι όταν δικάστηκα το 2005 για τα λόγια που είπαν οι φανταστικοί χαρακτήρες σε ένα μυθιστόρημά μου. Η πρόθεσή μου ήταν να γράψω ένα εποικοδομητικό μυθιστόρημα πολλαπλών στρώσεων σχετικά με μια αρμένικη και μια τούρκικη οικογένεια μέσα από τα μάτια των γυναικών. Η μικροσκοπικής κλίμακας ιστορία μου έγινε θέμα μακροσκοπικής κλίμακας όταν διώχτηκα. Κάποιοι με κατηγόρησαν, άλλοι με επαίνεσαν επειδή έγραψα για τη διαμάχη μεταξύ Τούρκων και Αρμενίων. Υπήρχαν, όμως, φορές που ήθελα να υπενθυμίσω και στις δύο πλευρές πως επρόκειτο για μυθοπλασία. Ήταν απλώς μια ιστορία. Και όταν λέω «απλώς μια ιστορία» δεν προσπαθώ να υποβαθμίσω τη δουλειά μου. Θέλω να αγαπώ και να εξαίρω τη λογοτεχνία γι αυτό που πραγματικά είναι, όχι ως μέσο προς ένα σκοπό.
Οι συγγραφείς δικαιούνται να έχουν τις δικές τους πολιτικές πεποιθήσεις και κυκλοφορούν καλά πολιτικά μυθιστορήματα, αλλά η γλώσσα της λογοτεχνίας δεν είναι η γλώσσα των πολιτικών της καθημερινότητας. Ο Τσέχοφ είπε: «Η λύση σε ένα πρόβλημα και ο σωστός τρόπος να τεθεί η ερώτηση είναι δύο εντελώς ξεχωριστά πράγματα. Και μόνο το δεύτερο είναι ευθύνη του καλλιτέχνη». Οι πολιτικές ταυτότητας μάς χωρίζουν. Η λογοτεχνία μάς συνδέει. Οι πρώτες επικεντρώνονται σε ισοπεδωτικές γενικεύσεις. Η δεύτερη επικεντρώνεται σε λεπτές αποχρώσεις. Οι πρώτες σχηματίζουν διαχωριστικές γραμμές. Η δεύτερη δεν γνωρίζει σύνορα. Οι πολιτικές ταυτότητας είναι από γερά τούβλα. Η λογοτεχνία είναι ρέον νερό.
Την εποχή των Οθωμανών, υπήρχαν περιπλανώμενοι παραμυθάδες που λέγονταν «μεντά». Πήγαιναν στα καφενεία, όπου αφηγούνταν μια ιστορία μπροστά σε ένα κοινό, συχνά αυτοσχεδίαζαν. Κάθε φορά που μετέφερε τα λόγια ενός άλλου προσώπου της ιστορίας, ο μεντά άλλαζε τη φωνή του προσπαθώντας να υποδυθεί αυτόν τον χαρακτήρα. Ο καθένας μπορούσε να πάει και να ακούσει, ξέρετε -- συνηθισμένοι άνθρωποι αλλά και ο σουλτάνος, μουσουλμάνοι και μη μουσουλμάνοι. Οι ιστορίες ξεπερνούν όλες τις διαχωριστικές γραμμές. Όπως «Οι Ιστορίες του Νασρεντίν Χόντζα» οι οποίες ήταν πολύ δημοφιλείς σε όλη τη Μέση Ανατολή, στη Βόρεια Αφρική, στα Βαλκάνια και στην Ασία. Σήμερα, οι ιστορίες εξακολουθούν να υπερβαίνουν τα όρια. Όταν οι Παλαιστίνιοι και οι Ισραηλινοί πολιτικοί μιλούν, συνήθως δεν ακούει ο ένας τον άλλο. Ένας Παλαιστίνιος αναγνώστης διαβάζει παρόλα αυτά το μυθιστόρημα ενός Εβραίου συγγραφέα και το αντίστροφο, ενώ παράλληλα συνδέεται και συμπάσχει με τον αφηγητή. Η λογοτεχνία πρέπει να μας κάνει να ξεπερνάμε τα όρια. Αν δεν το καταφέρει αυτό, τότε δεν πρόκειται για καλή λογοτεχνία.
Τα βιβλία έσωσαν το εσωστρεφές ντροπαλό παιδί που ήμουν κάποτε. Έχω, όμως, και επίγνωση ότι υπάρχει κίνδυνος να τα φετιχοποιώ. Όταν ο ποιητής και μυστικιστής Ρουμί συνάντησε τον πνευματικό του σύντροφο Σαμ του Ταμπρίζ, ένα από τα πρώτα πράγματα που έκανε ο τελευταίος ήταν να πετάξει τα βιβλία του Ρουμί στο νερό και να παρακολουθεί τα γράμματα να διαλύονται. Οι Σούφι λένε: «Η γνώση που δεν σε ωθεί να ξεπεράσεις τον εαυτό σου είναι πολύ χειρότερη από την άγνοια». Το πρόβλημα με τα σημερινά πολιτισμικά γκέτο δεν είναι η έλλειψη της γνώσης. Γνωρίζουμε πολλά ο ένας για τον άλλο ή τουλάχιστον έτσι νομίζουμε. Ωστόσο, η γνώση που δεν μας ωθεί να ξεπεράσουμε τους εαυτούς μας μάς κάνει ελιτιστές, απόμακρους και ξεκομμένους. Υπάρχει μια μεταφορά που αγαπώ: αυτή του διαβήτη. Όπως γνωρίζετε, το ένα σκέλος του διαβήτη είναι στατικό, ριζωμένο σε ένα μέρος. Εν τω μεταξύ, το άλλο σκέλος καθώς κινείται ασταμάτητα σχηματίζει έναν μεγάλο κύκλο. Τα έργα μου λειτουργούν με αυτόν τον τρόπο. Ένα μέρος τους είναι ριζωμένο στην Ινσταμπούλ με ισχυρές τούρκικες ρίζες. Το άλλο μέρος, όμως, ταξιδεύει τον κόσμο και συνδέεται με διάφορους πολιτισμούς. Υπό αυτήν την έννοια, θεωρώ τα έργα μου ταυτόχρονα τοπικής και παγκόσμιας κλίμακας, από εδώ και παντού.
Όσοι από εσάς έχετε ταξιδέψει στην Ινσταμπούλ έχετε κατά πάσα πιθανότητα επισκεφτεί το ανάκτορο Τοπ Καπί, το οποίο ήταν η κατοικία των Οθωμανών σουλτάνων για περισσότερο από 400 χρόνια. Στο ανάκτορο, έξω ακριβώς από τα διαμερίσματα των αγαπημένων παλλακίδων, υπάρχει ένας χώρος που ονομάζεται Χώρος Συγκέντρωσης των Τζίνι. Είναι μεταξύ των κτιρίων. Με συναρπάζει αυτή η ιδέα. Συνήθως νιώθουμε καχυποψία για όσα μέρη βρίσκονται μεταξύ δύο πραγμάτων. Τα βλέπουμε ως την περιοχή υπερφυσικών πλασμάτων όπως τα τζίνι, τα οποία είναι από άκαπνη φωτιά και αποτελούν το σύμβολο του φευγαλέου. Αυτό που θέλω να πω είναι πως ίσως αυτός ο φευγαλέος χώρος είναι αυτό που έχουν μεγαλύτερη ανάγκη οι συγγραφείς και οι καλλιτέχνες. Όταν γράφω λογοτεχνία, λατρεύω το φευγαλέο και το μεταβλητό. Μου αρέσει να μην ξέρω τι θα συμβεί μετά από 10 σελίδες. Μου αρέσει όταν οι ήρωές μου με εκπλήσσουν. Μπορεί να γράψω για μια μουσουλμάνα σε ένα μυθιστόρημα και ίσως να πρόκειται για μια πολύ ευτυχισμένη ιστορία. Στο επόμενο βιβλίο μου, μπορεί να γράψω για έναν όμορφο ομοφυλόφιλο καθηγητή πανεπιστημίου στη Νορβηγία. Εφόσον βγαίνει από την καρδιά μας, μπορούμε να γράψουμε για οτιδήποτε και για όλα.
Η συγγραφέας Όντρε Λορντ είπε κάποτε: «Οι λευκοί πατέρες μάς δίδαξαν να λέμε 'σκέφτομαι, άρα υπάρχω'». Η πρότασή της ήταν: «Αισθάνομαι, άρα είμαι ελεύθερος». Πιστεύω πως ήταν μια εκπληκτική αλλαγή τρόπου σκέψης. Και όμως, γιατί στα σημερινά μαθήματα δημιουργικής γραφής το πρώτο πράγμα που διδάσκουμε τους φοιτητές είναι «γράψτε ό,τι γνωρίζετε»; Αυτός μάλλον δεν είναι καθόλου ο σωστός τρόπος να ξεκινήσουν. Στη λογοτεχνία που πηγάζει από τη φαντασία, δεν γράφουμε απαραιτήτως για το ποιοι είμαστε ή τι ξέρουμε ή την ταυτότητά μας. Πρέπει να διδάξουμε τους νέους ανθρώπους και τους εαυτούς μας να διευρύνουμε την καρδιά μας και να γράφουμε για ό,τι μπορούμε να αισθανόμαστε. Πρέπει να ξεφύγουμε από τα πολιτισμικά μας γκέτο και να επισκεφτούμε τα επόμενα στη σειρά.
Στο κάτω-κάτω, οι ιστορίες είναι σαν περιστρεφόμενοι δερβίσηδες, σχηματίζουν κύκλους πέρα από τους κύκλους. Συνδέουν ολόκληρη την ανθρωπότητα, ανεξαρτήτως των πολιτικών ταυτότητας. Αυτά είναι τα καλά νέα. Θα ήθελα να κλείσω με ένα παλιό ποίημα των Σούφι. «Ελάτε, ας είμαστε φίλοι για μια φορά, ας κάνουμε τη ζωή μας πιο εύκολη, ας γίνουμε εραστές και αγαπημένοι, σε κανέναν δεν ανήκει η Γη".
You can share this video by copying this HTML to your clipboard and pasting into your blog or web page. This video will play with subtitles.
You either have JavaScript turned off or have an old version of the Adobe Flash Player. To view this rating widget you
need to get the latest Flash player.
If your browser allows only "trusted sites" to execute Javascript, you should add the "googleapis.com" domain to your whitelist to allow our Flash detection to work properly.
Got an idea, question, or debate inspired by this talk? Start a TED Conversation.
Ακούγοντας ιστορίες διευρύνεται η φαντασία μας. Αφηγούμενοι ιστορίες δρασκελίζουμε πολιτισμικά τείχη, αποδεχόμαστε διαφορετικές εμπειρίες, νιώθουμε τι νιώθουν άλλοι άνθρωποι. Η Ελίφ Σαφάκ αναπτύσσει αυτήν την απλή ιδέα για να καταλήξει στο συμπέρασμα ότι η λογοτεχνία υπερνικά τις πολιτικές ταυτότητας.
Elif Shafak explicitly defies definition -- her writing blends East and West, feminism and tradition, the local and the global, Sufism and rationalism, creating one of today's most unique voices in literature. Full bio »
Translated into Greek by Christina Nikitopoulou
Reviewed by George Matsaridis
Comments? Please email the translators above.
18:49 Posted: Oct 2009
Views 4,147,560 | Comments 760
17:36 Posted: Aug 2007
Views 306,805 | Comments 67
Just follow the guidelines outlined under our Creative Commons license.
This comment will be attributed to . Not ? Sign Out.