Έχω περάσει τη ζωή μου μελετώντας τις ζωές προέδρων που δεν ζουν πλέον. Το πρωί ξυπνώ με τον Αβραάμ Λίνκολν, το βράδυ προτού κοιμηθώ σκέπτομαι το Φραγκλίνο Ρούσβελτ. Όταν όμως προσπαθώ να σκεφτώ τι έχω μάθει σχετικά με το νόημα της ζωής, το μυαλό μου πηγαίνει πίσω σε ένα μάθημα που παρακολούθησα όταν ήμουν μεταπτυχιακή φοιτήτρια στο Χάρβαρντ με το μεγάλο ψυχολόγο Έρικ Έρικσον.
Μας δίδαξε πως η πιο πλούσια και ολοκληρωμένη ζωή προσπαθούν να βρουν μία ισορροπία ανάμεσα σε τρεις τομείς: εργασία, αγάπη και παιχνίδι. Και το να κυνηγάς ένα τομέα αδιαφορώντας για τους άλλους σε αφήνει εκτεθειμένο στην απόλυτη θλίψη όταν γεράσεις. Αντιθέτως, το να κυνηγάς και τους τρεις με ίση αφοσίωση κάνει εφικτή μία ζωή γεμάτη όχι μόνο με επιτυχία, αλλά και με γαλήνη.
Εφόσον λοιπόν λέω ιστορίες, ας κοιτάξω πίσω στις ζωές δύο από τους προέδρους που έχω μελετήσει για να διευκρινίσω αυτό το επιχείρημα-- τον Αβραάμ Λίνκολν και το Λίντον Τζόνσον. Αναφορικά με την πρώτη σφαίρα, της εργασίας, νομίζω πως η ζωή του Αβραάμ Λίνκολν υποδηλώνει πως η έντονη φιλοδοξία είναι καλό πράγμα. Είχε μια πελώρια φιλοδοξία. Δεν ήταν όμως απλά για μία θέση ή δύναμη ή διασημότητα ή δόξα-- ήταν να πετύχει στη ζωή κάτι αρκετά σημαντικό ώστε να μπορέσει να κάνει τον κόσμο λίγο καλύτερο έχοντας ζήσει σε αυτόν.
Φαίνεται πως ακόμη και ως παιδί ο Λίνκολν έβλεπε ηρωικά όνειρα. Με κάποιο τρόπο έπρεπε να ξεφύγει από τη σκληρή ζωή στο αγρόκτημα όπου είχε γεννηθεί. Δεν μπορούσε να πάει σχολείο, παρά για λίγες εβδομάδες από εδώ και από εκεί. Διάβαζε όμως βιβλία όποτε έβρισκε λίγο χρόνο. Λέγεται πως όταν απέκτησε ένα αντίτυπο της Βίβλου ή τους "Μύθους του Αισώπου", ενθουσιάστηκε τόσο που δεν μπορούσε να κοιμηθεί. Δεν μπορούσε να φάει. Η σπουδαία ποιήτρια Έμιλι Ντίκινσον είπε κάποτε: "Κανένα πλοίο δεν μας ταξιδεύει τόσο μακριά όσο ένα βιβλίο." Πόσο αληθινό στην περίπτωση του Λίνκολν.
Αν και ποτέ δεν ταξίδεψε στην Ευρώπη, πήγε στη "χαρούμενη" Αγγλία με τους βασιλιάδες του Σαίξπηρ, πήγε στην Ισπανία και την Πορτογαλία με την ποίηση του Λόρδου Βύρωνα. Η λογοτεχνία του επέτρεψε να υπερβεί το περιβάλλον του. Τα νεανικά του χρόνια όμως σημαδεύτηκαν από τόσες απώλειες που τον στοίχειωνε ο θάνατος. Η μητέρα του πέθανε όταν ο ίδιος ήταν μόλις εννιά χρονών. Η μοναδική του αδερφή, η Σάρα, κατά τη διάρκεια του τοκετού λίγα χρόνια αργότερα. Και η πρώτη του αγάπη, η Ανν Ράτλετζ, σε ηλικία 22 χρόνων. Επιπλέον, όταν η μητέρα του ήταν ετοιμοθάνατη δεν του πρόσφερε την ελπίδα πως θα συναντιόντουσαν σε κάποιο υπερπέραν. Του είπε απλώς: "Αβραάμ, φεύγω από κοντά σου τώρα, και δεν θα ξαναγυρίσω." Το αποτέλεσμα ήταν να του γίνει εμμονή η ιδέα πως όταν πεθάνουμε η ζωή μας σκορπίζει σαν σκόνη.
Μόνο όταν μεγάλωσε βρήκε κάποια παρηγοριά σε μία αρχαιοελληνική αντίληψη --που συμμερίζονται και άλλες κουλτούρες-- πως αν κάνεις κάτι σημαντικό στη ζωή σου θα μπορούσες να ζήσεις στη μνήμη των άλλων ανθρώπων. Η τιμή σου και η φήμη σου θα επιζούσαν της σαρκικής σου ύπαρξης. Και αυτή η έντιμη φιλοδοξία έγινε το άστρο που τον οδηγούσε. Τον βοήθησε να ξεπεράσει τη σοβαρή κατάθλιψη από την οποία υπέφερε όταν ήταν γύρω στα 30.
Τρεις παράγοντες συνδυάστηκαν για να τον αρρωστήσουν. Χάλασε τον αρραβώνα του με τη Μαίρη Τοντ, αβέβαιος πως ήταν έτοιμος να την παντρευτεί, αλλά γνωρίζοντας πόσο καταστρεπτικό ήταν για εκείνη αυτό που έκανε. Ο πιο στενός του φίλος, ο Τζόσουα Σπιντ, έφευγε από το Ιλλινόις για να γυρίσει στο Κεντάκι, καθώς είχε πεθάνει ο πατέρας του. Και η πολιτική του καριέρα στο πολιτειακό κοινοβούλειο κατρακυλούσε. Ήταν τόσο καταθλιπτικός που οι φίλοι του ανησυχούσαν μήπως σκεπτόταν να αυτοκτονήσει Απομάκρυναν όλα τα μαχαίρια, τα ξυράφια και τα ψαλίδια από το δωμάτιό του. Και ο καλός του φίλος Σπιντ πήγε στο πλευρό του και του είπε: "Λίνκολν, πρέπει να συνέλθεις ειδάλλως θα πεθάνεις." Αυτός απάντησε πως "θα προτιμούσα να πεθάνω αμέσως, αλλά δεν έχω κάνει ακόμα τίποτα ώστε κάποιος άνθρωπος να θυμάται πως έζησα."
Παρακινούμενος λοιπόν από αυτή τη φιλοδοξία, επέστρεψε στο πολιτειακό κοινοβούλειο. Τελικά κέρδισε μία θέση στο Κογκρέσο. Έπειτα έβαλε δύο φορές υποψηφιότητα για τη Γερουσία και έχασε και τις δύο. Ο Έρνεστ Χέμινγουει είπε κάποτε πως "Όλους τους τσακίζει η ζωή, όμως κάποιοι άνθρωποι είναι πιο δυνατοί ανάμεσα στα χαλάσματα." Έτσι εξέπληξε το έθνος με μία απρόσμενη νίκη για την προεδρία εναντίον τριών πολύ πιο έμπειρων, πολύ πιο μορφωμένων, πολύ πιο διάσημων αντιπάλων. Και τότε, όταν κέρδισε τις εκλογές κατέπληξε το έθνος ακόμα περισσότερο διορίζοντας και τους τρεις αντιπάλους του στο υπουργικό συμβούλιο. Ήταν μία πράξη χωρίς προηγούμενο την εποχή εκείνη καθώς όλοι πίστευαν πως "θα μοιάζει με ανδρείκελο σε σχέση με αυτούς τους ανθρώπους." Του είπαν, "Γιατί το κάνεις αυτό Λίνκολν;" και αυτός απάντησε: "Κοιτάχτε, είναι οι πιο δυνατοί και πιο άξιοι άνδρες στη χώρα. Η χώρα είναι σε κίνδυνο. Τους χρειάζομαι στο πλευρό μου." Ίσως όμως ο παλιός μου φίλος, ο Λίντον Τζόνσον, να το έθετε λιγότερο κομψά: "Καλύτερα να έχεις τους εχθρούς σου μέσα στη σκηνή να κατουράνε έξω, παρά έξω από τη σκηνή να κατουράνε μέσα." (Γέλια)
Γρήγορα όμως έγινε φανερό πως ο Αβραάμ Λίνκολν θα αναδεικνυόταν ο αναμφισβήτητος αρχηγός αυτής της απείθαρχης ομάδας. Όλοι κατάλαβαν πως κατείχε ένα ασυναγώνιστο οπλοστάσιο από συναισθηματικές δυνάμεις και πολιτικές ικανότητες που αποδείχτηκαν πολύ πιο σημαντικές από τις αδυναμίες του βιογραφικού του. Κατά πρώτον, διέθετε μια αφύσικη ικανότητα να συμμερίζεται και να βλέπει την οπτική γωνία άλλων ανθρώπων. Επιδιόρθωνε πληγωμένους εγωισμούς που θα μπορούσαν να μετατραπούν σε μόνιμη εχθρότητα. Μοιραζόταν επαίνους με ευκολία, αναλάμβανε την ευθύνη για αποτυχίες υφισταμένων του, αναγνώριζε συνεχώς τα λάθη του και μάθαινε από αυτά. Αυτές είναι οι αρετές που θα έπρεπε να αναζητούμε στους υποψηφίους μας το 2008. (Χειροκρότημα) Δεν δεχόταν να οργιστεί για μικρότητες. Ποτέ δεν υπέκυψε στη ζήλεια ή δεν θύμωνε για υποτιθέμενες προσβολές. Και εξέφραζε τις ακλόνητες πεποιθήσεις του σε καθημερινή γλώσσα, με μεταφορές, με ιστορίες. Και με μια ομορφιά γλώσσας, που ήταν σχεδόν σαν ο Σαίξπηρ και η ποίηση που τόσο αγάπησε σαν παιδί να έχουν βρει το δρόμο τους στην ψυχή του.
Το 1863, όταν υπογράφτηκε η Διακήρυξη Περί Χειραφέτησης, κάλεσε τον παλιό του φίλο, Τζόσουα Σπιντ, στο Λευκό Οίκο. Και θυμήθηκε τη συζήτηση που είχαν κάνει πριν απο δεκαετίες, όταν ήταν τόσο θλιμμένος. Και δείχνοντας τη Διακήρυξη, είπε: "Νομίζω πως με αυτό το μέτρο γίνονται πραγματικότητα οι βαθύτερες ελπίδες μου." Καθώς όμως επρόκειτο να υπογράψει τη Διακήρυξη το χέρι του ήταν μουδιασμένο και έτρεμε γιατί εκείνο το πρωί είχε σφίξει χίλια χέρια σε μία δεξίωση για τη Νέα Χρονιά. Άφησε λοιπόν την πένα. Είπε: "Αν ποτέ η ψυχή μου ήταν σε ένα νόμο, είναι σε αυτό εδώ το νόμο. Αν όμως υπογράψω με τρεμάμενο χέρι, οι μεταγενέστεροι θα πουν "Δίστασε."" Περίμενε λοιπόν μέχρι να μπορέσει να σηκώσει την πένα και να υπογράψει με σταθερό και καθαρό τρόπο. Ακόμα και στα πιο εξωφρενικά του όνειρα όμως, ο Λίνκολν δεν θα μπορούσε ποτέ του να φανταστεί πόσο μακριά θα πήγαινε η φήμη του.
Ήμουνα πολύ ενθουσιασμένη όταν βρήκα μια συνέντευξη με το μεγάλο Ρώσο συγγραφέα Λέωντα Τολστόι, σε μια εφημερίδα της Νέας Υόρκης στις αρχές του 20ου αιώνα. Σε αυτή, ο Τολστόι έγραψε για ένα πρόσφατο ταξίδι του σε μία απόμακρη περιοχή του Καυκάσου, όπου κατοικούσαν μόνο άγριοι βάρβαροι, που δεν είχαν απομακρυνθεί ποτέ από αυτό το κομμάτι της Ρωσίας. Γνωρίζοντας πως ανάμεσά τους ήταν οΤολστόι, του ζήτησαν να τους πει ιστορίες σπουδαίων ανθρώπων. Και συνέχισε, "Τους είπα για το Ναπολέοντα και το Μέγα Αλέξανδρο και το Φρειδερίκο το Μέγα και τον Ιούλιο Καίσαρα, και ενθουσιάστηκαν. Αλλά προτού τελειώσω, ο αρχηγός των βαρβάρων σηκώθηκε και είπε: "Περίμενε, δεν μας είπες για το σπουδαιότερο ηγέτη από όλους. Θέλουμε να ακούσουμε για τον άνθρωπο που μιλούσε με φωνή σαν κεραυνό, που γελούσε σαν την ανατολή του ήλιου, που προήλθε από το μέρος που το λένε Αμερική, που είναι τόσο μακριά από εδώ, ώστε αν ένας νέος άνδρας ήθελε να ταξιδεύσει εκεί θα ήταν γέρος όταν θα έφτανε. Πες μας για αυτόν τον άνδρα. Πες μας για τον Αβραάμ Λίνκολν."" Έμεινε άναυδος. Τους είπε ό,τι μπορούσε για τον Λίνκολν. Και στη συνέντευξη κατέληξε: "Τι έκανε το Λίνκολν τόσο σπουδαίο; Δεν ήταν τόσο σπουδαίος στρατηγός όσο ο Ναπολέον, ούτε τόσο σπουδαίος πολιτικός όσο ο Φρειδερίκος ο Μέγας." Άλλα το μεγαλείο του βασιζόταν, και οι ιστορικοί τείνουν να συμφωνήσουν, στην ακεραιότητα του χαρακτήρα του και στο ηθικό ανάστημα της προσωπικότητάς του.
Έτσι λοιπόν, η ισχυρή φιλοδοξία που είχε βοηθήσει το Λίνκολν στα δύσκολα παιδικά του χρόνια πραγματοποιήθηκε. Η φιλοδοξία που του επέτρεψε να μορφώσει τον εαυτό του με κόπο μόνος του, να ξεπεράσει σειρά από πολιτικές αποτυχίες και τις πιο άσχημες μέρες του πολέμου. Η ιστορία του θα γινόταν γνωστή. Όσον αφορά το δεύτερο τομέα, όχι της εργασίας, αλλά της αγάπης-- που περιλαμβάνει οικογένεια, φίλους και συνεργάτες-- χρειάζεται και αυτός προσπάθεια και αφοσίωση. Ο Λύντον Τζόνσον που γνώρισα τα τελευταία χρόνια της ζωής του, όταν τον βοήθησα με την αυτοβιογραφία του, ήταν ένας άνθρωπος που πέρασε τόσα πολλά χρόνια στην αναζήτηση εργασίας, δύναμης και ατομικής επιτυχίας, ώστε δεν είχε καθόλου ψυχικές ή συναισθηματικές δυνάμεις για να περάσει τις μέρες του όταν πλέον η Προεδρία είχε τελειώσει.
Η σχέση μου μαζί του ξεκίνησε με ένα περίεργο τρόπο. Είχα επιλεγεί ως Εταίρος του Λευκού Οίκου σε ηλικία 24 ετών. Είχαμε ένα μεγάλο χορό στο Λευκό Οίκο. Ο πρόεδρος Τζόνσον χόρεψε μαζί μου εκείνο το βράδυ. Όχι και τόσο παράξενο-- υπήρχαν μόνο τρεις γυναίκες ανάμεσα στους 16 Εταίρους του Λευκού Οίκου. Αλλά μου ψιθύρισε στο αυτί πως ήθελε να δουλέψω για αυτόν στο Λευκό Οίκο. Όμως δεν ήταν τόσο απλό. Τους μήνες πριν από την επιλογή μου, όπως τόσοι νέοι άνθρωποι, είχα εμπλακεί με το κίνημα κατά του πολέμου στο Βιετνάμ, και είχα γράψει ένα άρθρο κατά του Λύντον Τζόνσον, που δυστυχώς δημοσιεύτηκε στο περιοδικό "Η Νέα Δημοκρατία" δύο μέρες μετά το χορό στο Λευκό Οίκο. (Γέλια) Και το θέμα του άρθρου ήταν το πως να απομακρύνουμε το Λύντον Τζόνσον από την εξουσία. (Γέλια) Ήμουν λοιπόν βέβαιη πως θα με έδιωχναν από το πρόγραμμα. Παραδόξως όμως είπε, "Φέρτε την εδώ για ένα χρόνο, και αν δεν μπορέσω να τη μεταπείσω, κανένας δεν θα μπορέσει." Έτσι κατέληξα να εργάζομαι για αυτόν στο Λευκό Οίκο. Τελικά τον συνόδευσα στο ράντσο του για να τον βοηθήσω με την αυτοβιογραφία του, χωρίς ποτέ να καταλάβω πλήρως γιατί διάλεξε εμένα για να περάσω τόσες ώρες μαζί του.
Θέλω να πιστεύω πως ήταν γιατί ήμουν ένας καλός ακροατής. Ήταν ένας εξαιρετικός αφηγητής. Θαυμάσιες, σπιρτόζικες, ανέκδοτες ιστορίες. Υπήρχε ένα πρόβλημα με αυτές τις ιστορίες όμως, που ανακάλυψα αργότερα, ότι οι μισές από αυτές δεν ήταν αληθινές. Παρόλα αυτά ήταν υπέροχες. (Γέλια) Νομίζω λοιπόν πως τμήμα της γοητείας του ήταν πως λάτρευα να ακούω τις απίθανες ιστορίες του. Συγχρόνως ανησυχούσα πως κατά ένα μέρος με γοήτευε διότι ήμουν μια νεαρή γυναίκα. Και είχε μία κάποια φήμη ως καρδιοκατακτητής. Του μιλούσα λοιπόν συνέχεια για αγόρια, ακόμα και όταν δεν είχα κανένα.
Όλα πήγαιναν μια χαρά, ώσπου μια μέρα μου είπε πως ήθελε να συζητήσουμε για τη σχέση μας. Δεν προμηνούσε τίποτα καλό όταν με πήγε σε μία κοντινή λίμνη που κατά σύμπτωση λεγόταν Λίμνη Λύντον Μπέηνς Τζόνσον. Υπήρχε κρασί και τυρί και ένα κόκκινο εμπριμέ τραπεζομάντηλο-- όλα τα στοιχεία ενός ρομαντικού γεύματος. Και είπε, "Ντόρις, περισσότερο από κάθε άλλη γυναίκα που έχω γνωρίσει ποτέ..." Μου λύθηκαν τα γόνατα. Και τότε είπε, "Μου θυμίζεις τη μητέρα μου." (Γέλια)
Βρέθηκα σε αρκετή αμηχανία, λαμβάνοντας υπ'όψη αυτά που σκεφτόμουνα. Αλλά πρέπει να ομολογήσω, όσο παιρνούν τα χρόνια, τόσο περισσότερο καταλαβαίνω τι εκπληκτικό προνόμιο ήταν να έχω περάσει τόσες πολλές ώρες με αυτό τον σπουδαίο άνθρωπο. Νικήτή σε χιλιάδες αγώνες, τρεις σπουδαίους νόμους πολιτικών δικαιωμάτων, δημόσια υγεία, βοήθεια στην εκπαίδευση. Και όμως στο τέλος νικημένο κατά κράτος από τον πόλεμο στο Βιετνάμ. Και επειδή ήταν τόσο λυπημένος και τόσο ευάλωτος, μου ανοίχτηκε με τρόπους που δεν θα είχε κάνει ποτέ αν τον είχα γνωρίσει στο απόγειο της δόξας του-- μοιράστηκε τους φόβους του, τις λύπες του, και τις ανησυχίες του. Και θέλω να πιστεύω πως το προνόμιο μου έδωσε την ώθηση να καταλάβω τον άνθρωπο πίσω από το δημόσιο πρόσωπο, που προσπάθησα να μεταλαμπαδεύσω σε όλα μου τα βιβλία έκτοτε.
Συγχρόνως όμως με έκανε να συνειδητοποιήσω το νόημα όσων είχε προσπαθήσει να μας διδάξει ο Έρικ Έρικσον, σχετικά με τη σημασία της ισορροπίας στη ζωή. Στην επιφάνεια, ο Λύντον Τζόνσον είχε κάθε λόγο να είναι ικανοποιημένος εκέινα τα τελευταία χρόνια, δεδομένου ότι είχε εκλεγεί στην προεδρία. Είχε όλα τα χρήματα που χρειαζόταν για να ασχοληθεί με κάθε δραστηριότητα που τον ευχαριστούσε. Είχε ένα ευρύχωρο ράντσο στην εξοχή, ένα ρετιρέ στην πόλη. Ιστιοπλοικά, ταχύπλοα. Υπηρέτες να ικανοποιήσουν κάθε του επιθυμία, και μία οικογένεια που τον αγαπούσε πολύ.
Και όμως, χρόνια αφιερωμένα αποκλειστικά στη δουλειά και ατομική επιτυχία σήμαιναν πως ως συνταξιούχος δεν μπορούσε να βρει παρηγοριά στην οικογένεια, στην ξεκούραση, στον αθλητισμό ή σε κάποιο χόμπυ. Ήταν λες και το κενό στην καρδιά του ήταν τόσο μεγάλο που, χωρίς δουλειά, ακόμα και η αγάπη της οικογένειάς του δεν μπορούσε να το γεμίσει. Καθώς η θλίψη του μεγάλωνε, η σωματική του υγεία επιδεινωνόταν ώσπου πιστεύω πως προκάλεσε ο ίδιος το θάνατό του. Αυτά τα τελευταία χρόνια έλεγε πως ήταν πολύ θλιμένος βλέποντας τον Αμερικανικό λαό να αδημονεί για ένα καινούργιο πρόεδρο ξεχνώντας τον ίδιον. Μιλούσε με απέραντη θλίψη στη φωνή του, λέγοντας πως ίσως να έπρεπε να έχει περάσει περισσότερο χρόνο με τα παιδιά του, και τα δικά τους παιδιά στη συνέχεια. Αλλά ήταν πολύ αργά. Παρόλη αυτή τη δύναμη, όλον αυτό τον πλούτο, ήταν μόνος του όταν πέθανε-- βιώνοντας τον απόλυτο τρόμο.
Όσο για τον τρίτο τομέα του παιχνιδιού, που ποτέ δεν έμαθε να απολαμβάνει, έμαθα με την πάροδο των χρόνων, πως ακόμα και αυτός ο τομέας χρειάζεται αφοσίωση σε χρόνο και ενέργεια. Τόση ώστε ένα χόμπυ, μία αθλητική δραστηριότητα, η αγάπη της μουσικής, ή της τέχνης, ή της λογοτεχνίας, ή οποιαδήποτε μορφή διασκέδασης, να προσφέρει πραγματική απόλαυση, ξεκούραση και ανανέωση. Για παράδειγμα, η αγάπη του Αβραάμ Λίνκολν για το Σαίξπηρ ήταν τόσο βαθιά που βρήκε χρόνο να πάει στο θέατρο πάνω από εκατό φορές ακόμα και στα σκοτεινά χρόνια του πολέμου. Είπε πως όταν τα φώτα έσβηναν και το έργο του Σαίξπηρ ξεκινούσε, μπορούσε να φανταστεί τον εαυτό του για λίγες πολύτιμες ώρες στην εποχή του Πρίγκηπα Χάλ.
Μία ακόμα πιο σημαντική μέθοδος χαλάρωσης για αυτόν, που ο Λύντον Τζόνσον δεν μπορούσε ποτέ να απολαύσει, ήταν η αγάπη του χιούμορ. Και η αίσθηση πως η κωμική πλευρά της ζωής μπορεί να απαλύνει τη θλίψη. Είπε κάποτε πως γελούσε για να μην κλάψει. Πως για αυτόν μία καλή ιστορία ήταν καλύτερη από ένα ουίσκι. Η ικανότητα του να λέει ιστορίες είχε αναγνωριστεί για πρώτη φορά όταν ήταν δικηγόρος στο Ιλλινόις. Δικηγόροι και δικαστές ταξίδευαν από ένα επαρχιακό δικαστήριο στο άλλο, και όταν γνώριζαν πως ο Λίνκολν ήταν στην πόλη, ερχόντουσαν από μακρυά να τον ακούσουν να διηγείται ιστορίες. Στεκόταν με την πλάτη του γυρισμένη προς τη φωτιά και διασκέδαζε τα πλήθη για ώρες με τις ιστορίες του. Και όλες αυτές οι ιστορίες αποθηκεύτηκαν στη μνήμη του, και μπορούσε να τις ανακαλέσει όποτε τις χρειαζόταν. Και δεν θα περίμενε κανείς από το μαρμάρινο ανδριάντα μας τέτοιες ιστορίες.
Για παράδειγμα, μία από τις αγαπημένες του ιστορίες αφορούσε τον ήρωα της επανάστασης, τον Ήθαν Άλλεν. Σύμφωνα με την αφήγηση του Λίνκολν, ο κύριος Άλλεν πήγε στη Μ. Βρετανία μετά τον πόλεμο. Και ο λαός της Βρετανίας ήταν ακόμα αναστατωμένος για την ήττα τους ώστε αποφάσισαν να τον ταπεινώσουν λίγο βάζοντας ένα τεράστιο πορτραίτο του στρατηγού Ουάσινγτον στη μοναδική τουαλέτα, όπου θα το έβλεπε αναπότρεπτα. Σκέφτονταν πως θα στεναχωριόταν με την προσβολή να βρίσκεται ο Τζόρτζ Ουάσινγκτον στην τουαλέτα. Αλλά αυτός βγήκε από την τουαλέτα ήρεμος. Και τον ρώτησαν, "Είδες τον Τζόρτζ Ουάσινγκτον εκεί μέσα;" "Ναι," απάντησε, "απόλυτα ταιριαστό μέρος για αυτόν." "Τι εννοείς;" είπαν. "Τίποτα δεν μπορεί να κάνει έναν Εγγλέζο να χεστεί πιο γρήγορα από την όψη του στρατηγού Τζόρτζ Ουάσινγκτον." απάντησε. (Γέλια) (Χειροκρότημα)
Φανταστείτε λοιπόν, ακόμα και αν συμμετέχεις σε ένα τεταμένο υπουργικό συμβούλιο-- και είχε εκατοντάδες ιστορίες αυτού του είδους-- δεν μπορούσες παρά να χαλαρώσεις. Ανάμεσα στις νυχτερινές του επισκέψεις στο θέατρο, τις ιστορίες του, και την εκπληκτική αίσθηση του χιούμορ και την αγάπη του να απαγγέλει Σαίξπηρ και ποίηση, ανακάλυψε μία μορφή διασκέδασης που τον βοήθησε στη διάρκεια της ζωής του. Στη δική μου ζωή, θα είμαι πάντα ευγνώμων που βρήκα μία μορφή διασκέδασης στην παράλογη αγάπη μου για το μπέιζμπολ. Από τη στιγμή που ξεκινά η προπόνηση την άνοιξη μέχρι το τέλος του φθινοπώρου έχω κάτι να κρατά απασχολημένο το μυαλό και την καρδιά που δεν είναι η δουλειά μου.
Όλα ξεκίνησαν όταν ήμουν μόλις έξι χρονών, και ο πατέρας μου μου έμαθε τη μυστηριώδη τέχνη του να μετράς το σκορ ακούγωντας αγώνες μπέηζμπολ. Όταν πήγαινε το πρωί στη Νέα Υόρκη για δουλειά εγώ κρατούσα σημειώσεις για τον απογευματινό αγώνα των Μπρούκλιν Ντότζερς. Όταν είσαι μόλις έξι χρονών και ο πατέρας σου γυρίζει σπίτι κάθε βράδυ και σε ακούει--καθώς τώρα συνειδητοποιώ πως αφηγούμουν κάθε φάση του απογευματινού αγώνα με εκνευριστικές λεπτομέρειες. Με έκανε όμως να νιώθω πως του έλεγα μία θαυμάσια ιστορία. Σε κάνει να σκέφτεσαι πώς υπάρχει κάτι το μαγικό στην ιστορία ώστε να κρατάς το ενδιαφέρον του πατέρα σου.
Είμαι πεπεισμένη πως έμαθα την τέχνη της αφήγησης από αυτές τις βραδυνές συνεδρίες με τον πατέρα μου. Στην αρχή, ήμουν τόσο ενθουσιασμένη που ξεφώνιζα, "Οι Ντότζερς νίκησαν!" ή "Οι Ντότζερς έχασαν!" Έτσι χανόταν πολύ από το δραματικό στοιχείο από τη δίωρη αφήγηση. (Γέλια) Τελικά έμαθα πως πρέπει να λες μια ιστορία από την αρχή προς τη μέση και το τέλος. Πρέπει να ομολογήσω πως η αγάπη μου για τους Μπρούκλιν Ντότζερς εκείνη την εποχή ήταν τόσο έντονη που στην πρώτη μου εξομολόγηση έπρεπε να ομολογήσω δύο αμαρτίες σχετικές με το μπέιζμπολ.
Η πρώτη προκλήθηκε επειδή ο κάτσερ των Ντότζερς, ο Ρόι Καμπανέλλα, ήρθε στην πόλη μου, το Ρόκβιλ Σέντερ του Λονγκ Άιλαντ, καθώς προετοιμαζόμουν για την πρώτη μου Μετάληψη. Ήμουν τόσο ενθουσιασμένη-- ήταν ο πρώτος αθλητής που θα έβλεπα έξω από το Έμπετς Φίλντ. Έτυχε όμως να δίνει μία διάλεξη σε μία Προτεσταντική εκκλησία. Όταν ανατρέφεσαι ως καθολικός, νομίζεις πως αν ποτέ πατήσεις το πόδι σου σε μία Προτεσταντική εκκλησία θα σε χτυπήσει κεραυνός στο κατώφλι. Πήγα λοιπόν στον πατέρα μου κλαίγοντας και ρώτησα "Τι θα κάνουμε;" Μου είπε "Μη στεναχωριέσαι. Μιλά σε μία ενοριακή αίθουσα. Καθόμαστε σε πτυσσόμενες καρέκλες. Μιλά για τον αθλητισμό. Δεν είναι αμαρτία." Εκείνο το βράδυ όμως, καθώς απομακρυνόμουν, ήμουνα βέβαιη πως κατά κάποιο τρόπο είχα ανταλλάξει την αθανασία της ψυχής μου για μια βραδιά με το Ρόι Καμπανέλλα. (Γέλια) Και δεν υπήρχαν συγχωροχάρτια που θα μπορούσα να αγοράσω. Είχα λοιπόν αυτό το βάρος στη συνείδηση μου στην πρώτη μου εξομολόγηση. Το είπα στον ιερέα αμέσως. Απάντησε, "Κανένα πρόβλημα, δεν ήταν λειτουργία". Αλλά τότε, δυστυχώς, ρώτησε, "Και τι άλλο τέκνο μου;"
Και ακολούθησε η δεύτερη αμαρτία μου. Προσπάθησα να το κρύψω ανάμεσα στο ότι μιλάω πολύ στην εκκλησία, ότι εύχομαι κακό για άλλους, ότι είμαι κακιά με τις αδερφές μου. Και είπε "Για ποιόν ευχήθηκες κακό;" Και αναγκάστηκα να ομολογήσω πως ευχόμουν να σπάσουν χέρια, πόδια και αστραγάλους διάφοροι παίκτες των Νιου Γιορκ Γιάνκις. (Γέλια) ώστε οι Μπρούκλιν Ντότζερς να κερδίσουν το πρώτο τους πρωτάθλημα. Με ρώτησε, "Πόσο συχνά κάνεις αυτές τις φρικτές ευχές;" Και αναγκάστηκα να πω, κάθε βράδυ όταν προσεύχομαι. (Γέλια) Οπότε απάντησε, "Κοίτα, θα σου πω κάτι. Αγαπώ, όπως και εσύ, τους Μπρούκλιν Ντότζερς, αλλά σου υπόσχομαι πως κάποια μέρα θα κερδίσουν καθαρά και τίμια. Δεν χρειάζεται να καταριέσαι άλλους για να το πετύχεις." "Ναι,", απάντησα. Ευτυχώς, η πρώτη μου εξομολόγηση-- σε έναν ιερέα που αγαπούσε το μπέιζμπολ. (Γέλια)
Αν και ο πατέρας μου πέθανε αιφνιδίως από καρδιακή προσβολή όταν ήμουν ακόμα στα είκοσί μου, προτού παντρευτώ και κάνω τους τρεις γιούς μου, έχω μεταλαμπαδεύσει τη μνήμη του--και την αγάπη του για το μπέιζμπολ-- στους γιούς μου. Αν και όταν οι Ντότζερς μας εγκατέλειψαν για να έρθουν στο Λος Άντζελες έχασα την πίστη μου στο μπέιζμπολ μέχρι που μετακόμισα στη Βοστώνη και έγινα μία παθιασμένη οπαδός των Ρεντ Σοξ. Και πρέπει να παραδεχτώ πως ακόμα και τώρα, όταν κάθομαι με τους γιούς μου με τα εισιτήρια διαρκείας μας, μπορώ καμιά φορά να κλείσω τα μάτια μου και να με φανταστώ, νεαρό κορίτσι ξανά, μπροστά στον πατέρα μου, να βλέπω τους παίκτες της νιότης μου στο γρασίδι. Τζάκι Ρόμπινσον, Ρόι Καμπανέλλα, Πι Βι Ρις, και Ντιουκ Σνάιντερ.
Υπάρχει κάτι το μαγικό σε αυτές τις στιγμές. Όταν ανοίγω τα μάτια μου και βλέπω τους γιούς μου στο σημείο που καθόταν κάποτε ο πατέρας μου, νιώθω μια αόρατη πίστη και αγάπη να συνδέει τους γιούς μου με τον παππού του οποίου το πρόσωπο δεν ξέρουν, αλλά του οποίου την καρδιά και την ψυχή έχουν γνωρίσει μέσα από όλες τις ιστορίες που έχω πει. Και για αυτό το λόγο θα είμαι πάντα ευγνώμων για αυτήν την περίεργη αγάπη της ιστορίας που μου επιτρέπει να περνώ μια ζωή κοιτώντας στο παρελθόν. Που μου επιτρέπει να διδαχτώ από αυτές τις σπουδαίες μορφές για την πάλη για ένα νόημα στη ζωή. Που μου επιτρέπει να πιστεύω πως οι δικοί μας άνθρωποι που έχουμε αγαπήσει και χάσει στις οικογένειές μας, και οι δημόσιοι άνδρες που έχουμε σεβαστεί στην ιστορία μας, όπως ήθελε να πιστεύει και ο Αβραάμ Λίνκολν, συνεχίζουν να ζουν, για όσο καιρό υποσχόμαστε να λέμε ξανά και ξανά την ιστορία της ζωής τους. Σας ευχαριστώ που με αφήσατε να είμαι αυτή η αφηγήτρια σήμερα. (Χειροκρότημα) Σας ευχαριστώ.
You can share this video by copying this HTML to your clipboard and pasting into your blog or web page. This video will play with subtitles.
You either have JavaScript turned off or have an old version of the Adobe Flash Player. To view this rating widget you
need to get the latest Flash player.
If your browser allows only "trusted sites" to execute Javascript, you should add the "googleapis.com" domain to your whitelist to allow our Flash detection to work properly.
Got an idea, question, or debate inspired by this talk? Start a TED Conversation.
Η ιστορικός Ντόρις Κερνς Γκούντουιν μιλάει για το τι μπορούμε να μάθουμε από τους Αμερικανούς προέδρους, περιλαμβανομένων του Αβραάμ Λίνκολν και του Λίντον Τζόνσον. Στη συνέχεια μοιράζεται μαζί μας μια συγκινητική ανάμνηση του πατέρα της, και της κοινής τους αγάπης για το μπέιζμπολ.
Doris Kearns Goodwin writes insightful books on the US Presidency (JFK, LBJ, FDR and Lincoln, so far), telling each president's personal story against the backdrop of history. Full bio »
Translated into Greek by Leonidas Argyros
Reviewed by Giannis Kouskouras
Comments? Please email the translators above.
19:08 Posted: Jan 2008
Views 787,491 | Comments 166
18:00 Posted: Jan 2008
Views 2,344,960 | Comments 413
23:05 Posted: Feb 2007
Views 374,615 | Comments 94
Just follow the guidelines outlined under our Creative Commons license.
This comment will be attributed to . Not ? Sign Out.